Jan 4, 2008

Το μεταφρασμένο κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το «What is a Man? Heterosexuality and the Technology of Masculinity» (Τι είναι ο Άνδρας; Η Ετεροσεξουαλικότητα και η Τεχνολογία της Αρρενωπότητας), που αποτελεί κεφάλαιο του βιβλίου του Steve Garlick «Men and Masculinities» (2003).

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η ιστορική πραγματικότητα της αρρενωπότητας πρέπει να αναγνωριστεί και να έρθει στο προσκήνιο, σε μια προσπάθεια να ξεπεραστούν οι έμφυλες ανισότητες.

Αν και η Queer Θεωρία χρωστά πολλά στη μεταπολεμική Γαλλική φιλοσοφία, ο συγγραφέας εδώ αντλεί από τη Γερμανική κληρονομιά σκέψης, ιδίως από την ανάλυση του Χάιντεγκερ για την τεχνολογία, για να διερευνήσει την ιστορική παραγωγή της ιδέας του «αρσενικού φύλου». Διαπιστώνει πως ο 18ος αιώνας ήταν περίοδος-κλειδί για την ανάδυση του σύγχρονου καθεστώτος για τα φύλα, και υποστηρίζει ότι οι αλλαγές αυτής της περιόδου, ιδίως όσον αφορά την εκκοσμίκευση και τη σχέση των ανδρών με τη θνητότητά τους, ήταν κεντρικές στην κατασκευή μιας έννοιας του ανδρισμού βασισμένης στην ετεροσεξουαλικότητα.

Η γέννηση της ετεροσεξουαλικότητας

Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τον Διαφωτισμό, οι διαφορές ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες αντιμετωπίζονταν γενικά ως ποσοτικές. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν απλώς ως κατώτερες εκδοχές των ανδρών. Οι άνδρες αντιμετωπίζονταν γενικά ως ανώτεροι σε δύο θεμελιώδεις τομείς: στην πιο έλλογη φύση της ψυχής του και στην ενσάρκωση του ενεργητικού παράγοντα στην αναπαραγωγή. Παρόλο που ο άνδρας θεωρούνταν πάντα το έλλογο ον, η σεξουαλική δραστηριότητα ήταν πάντα συγγενής με τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί ανδρισμού. Στο Μεσαίωνα, αν και μια από τις βασικές παραδοχές για τη διαφορά των φύλων ήταν ότι ο άνδρας ήταν ανώτερος της γυναίκας, επειδή αναπαριστούσε την έλλογη ψυχή, τελικά ο μεσαιωνικός άνδρας οριζόταν με όρους σεξουαλικής απόδοσης, μετριόταν, για να το πούμε πιο απλά, σύμφωνα με την ικανότητά του να επιτύχει στύση. Σε διαφορετικό πλαίσιο, στην Β. Αμερική πριν τον 18ο αι., η «ουσία» του ανδρισμού βρισκόταν στον πατριαρχικό ρόλο του άνδρα ως αρχηγού του οίκου. Και στα δύο αυτά παραδείγματα, το κλειδί για την κατανόηση του τι είναι αυτό που κάνει κάποιον «άνδρα» είναι η έννοια του καθήκοντος. Ένας άνδρας πρέπει να επιτελεί το σεξουαλικό του καθήκον σύμφωνα με τη φύση και πρέπει να πάρει τη θέση του στην κεφαλή της οικογένειας ως η ενσάρκωση της εξουσίας του θεού. Ένας άνδρας δεν κατείχε «αρρενωπότητα», καθώς η ιδιότητα του ατόμου ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με την επιτέλεση κοινωνικών ρόλων, όχι με τρόπους έκφρασης του εαυτού.

Μέχρι τον 19ο αι. όμως η κατάσταση είχε αλλάξει δραματικά. Το να είναι κανείς «άνδρας» συντελούνταν με όρους εσωτερικής προσωπικής ταυτότητας. Αυτή ενδεχομένως να ήταν η κατάσταση στη Β. Αμερική όπου η ιδέα της δοκιμασίας και απόδειξης του ανδρισμού είχε γίνει μια καθοριστική εμπειρία για τον Αμερικανό. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Αμερική. Μπορούμε να μιλάμε για μια έμφυλη τάξη που δημιουργείται τόσο στη Ευρώπη όσο και στη Βόρεια Αμερική στον 18ο αι., κατά τον οποίον παράγεται και η αρρενωπότητα όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Παράλληλα με τη συγκρότηση αυτής της έννοιας λαμβάνει χώρα και η ανάπτυξη του ατομικισμού και η αναδυόμενη αντίληψη του νεωτερικού εαυτού. Αν και μια τέτοια ευρεία ιστορική κατηγοριοποίηση παραγνωρίζει αναμφισβήτητα τις τοπικές ιδιαιτερότητες του νεογέννητου έμφυλου καθεστώτος, έχει σημασία ότι επικεντρώνει στο κίνημα που, μέχρι τα τέλη του 19ου αι., παρήγαγε ένα νεωτερικό υποκείμενο που κατείχε την αρρενωπότητα ως την έμφυλη ταυτότητά του. Το ζήτημα είναι τι τύπου υποκείμενο είναι αυτό που χρειάζεται την αρρενωπότητα (ή τη θηλυκότητα) για να συγκροτηθεί; Η απάντηση είναι, ένα ετεροσεξουαλικοποιημένο υποκείμενο.


Ο Thomas Laqueur ισχυρίζεται ότι πριν το διαφωτισμό αυτό που σήμερα αποκαλούμε βιολογικό και κοινωνικό φύλο ήταν απροσδιόριστα δεμένα μεταξύ τους στο μοντέλο του ενός φύλου, στο οποίο το κοινωνικό παρά το βιολογικό φύλο ήταν το πρωταρχικό ή το «πραγματικό». Από τον 18ο αι., ωστόσο, το σταθερό, αϊστορικό, εμφυλοποιημένο σώμα όπως καθορίστηκε από τη βιολογία, έγινε το επιστημονικό θεμέλιο της κοινωνική ευταξίας. Δηλαδή, κάποια στιγμή τον 18ο αι. εφευρέθηκε το φύλο όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Οι αιτίες για την εφεύρεση αυτή σχετίζονται στενά με την παρακμή των παραδοσιακών θρησκευτικών νομιμοποιήσεων των έμφυλων διαφορών και την ανάγκη για μια νέα επιστημονική βάση (το μοντέλο των «δύο φύλων») για να τις αντικαταστήσει. Η αλλαγή αυτή δεν να κάνει τόσο με «καθαρά» επιστημονικές ανακαλύψεις, αλλά πολύ περισσότερο με το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Έκτοτε, σχεδόν όλα όσα ισχυρίζεται κανείς για το βιολογικό φύλο εμπεριέχουν παραδοχές για το κοινωνικό φύλο.

Οι επιστήμονες της εποχής ενεπλάκησαν σε πολιτικούς αγώνες για εξουσία και θέσεις στην αναδυόμενη δημόσια σφαίρα, και οι εξελίξεις στην γνώση του «φύλου» δεν συνεπάγονται τους ισχυρισμούς για τη διαφορά των φύλων που έγιναν στο όνομά τους. Ο Laqueur τονίζει τη σημασία της Καρτεσιανής επιστημονικής επανάστασης και την απονομιμοποίηση της φυσικής αρχής από τον Hobbes και άλλους πρώιμους θεωρητικούς του κοινωνικού συμβολαίου, στο στήσιμο του σκηνικού για την εφεύρεση του «φύλου». Όμως το σημαντικό ερώτημα είναι: Γιατί πρέπει να καθιερωθούν δύο ουσιωδώς αντιθετικά φύλα στη νεωτερικότητα;

Πίσω από αυτό βρίσκεται πιθανόν η πολιτική του φύλου για το δικαίωμα κυριαρχίας της δημόσιας σφαίρας. Οι θεωρητικοί του κοινωνικού συμβολαίου αναγκάστηκαν να εφεύρουν τις έννοιες της αρρενωπότητας και θηλυκότητας για να νομιμοποιήσουν τη διατήρηση της πατριαρχικής κυριαρχίας μέσα στο πλαίσιο της οικουμενικότητας του Διαφωτισμού. Δηλαδή οι σύγχρονες αντιλήψεις για το κοινωνικό και βιολογικό «φύλο» χρησιμοποιήθηκαν για τη διατήρηση των υπαρχουσών ανισοτήτων. Ωστόσο, αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι όλη η εξήγηση, δεν αναγνωρίζουμε την καινοτομία που υπάρχει σε αυτή την κατάσταση.

Αυτό που καθιέρωσε τον Hobbes ως τον πρώτο νεωτερικό πολιτικό στοχαστή ήταν ο ισχυρισμός του ότι η πολιτική τάξη θα πρέπει να αναζητηθεί προς όφελος του ατομικού συμφέροντος. Η πρόθεση του Hobbes ήταν να εδραιωθεί ευταξία που να επιτρέπει τον κοινωνικό έλεγχο. Η «αρρενωπότητα» με τη μορφή της χαϊντεγκεριανής μεταφυσικής του «τεχνολογικού μηχανισμού» εμπλέκεται στα κείμενα του Hobbes πριν από την «ιδεολογία» των φύλων. Το ανθρώπινο ον ως ατομικότητα είναι τώρα το υποκείμενο πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η αλήθεια του κόσμου και η ανάδυση της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας μπορεί παρέχει ένα μέσο εξασφάλισης σταθερότητας αυτών των θεμελίων. Αυτό σημαίνει ότι οι νεωτερικές αντιλήψεις του φύλου λειτουργούν αποτελεσματικά ώστε να καθορίζουν και να κανονικοποιούν τα ανθρώπινα υποκείμενα πάνω στα οποία βασίζονται οι επιστημολογίες.

Μια επικέντρωση στις απόπειρες να νομιμοποιηθεί η πατριαρχία αποσπά την προσοχή μας από αυτό που ήταν το αποφασιστικό γεγονός του 18ου αι.: η ετεροσεξουαλικοποίηση της νεωτερικής κοινωνίας. Στον πρώτο τόμο της «Ιστορίας της σεξουαλικότητας», ο Michel Foucault εξιστορεί λεπτομερώς τις ποικίλες στρατηγικές από τον 18ο αι. διαμόρφωσαν ιστορικά συγκεκριμένους μηχανισμούς γνώσης και εξουσίας με επίκεντρο το «σεξ». Το ζητούμενο εδώ είναι η παραγωγή της ίδιας της σεξουαλικότητας. Αν και αυτές οι στρατηγικές, και κάποιες άλλες, μπορούν να θεωρηθούν ότι οδήγησαν και στη δημόσια εμφάνιση της ομοσεξουαλικότητας (και, λιγότερο δραματικά, της ετεροσεξουαλικότητας) στα τέλη του 19ου αι., πιστεύω πως η επινόηση και θέσπιση της ετεροσεξουαλικότητας είναι κεντρικής σημασίας. Γιατί κάθε λόγος πάνω στη σεξουαλικότητα που είναι βασισμένος στην αντίληψη δύο αντίθετων μεταξύ τους φύλων, (Ετεροσεξουαλικότητα, Ομοσεξουαλικότητα, Αμφισεξουαλικότητα) είναι κατ’ ουσίαν ένας λόγος για την (ετερο)σεξουαλικότητα. Η έννοια της ομοσεξουαλικότητας, για παράδειγμα, εξαρτάται από την προηγηθείσα καθιέρωση των δύο αντίθετων (έτερων) φύλων. Ή όπως επισημαίνει ο Χάιντεγκερ «Χρησιμοποιούμε τη λέξη ‘όμοιο’ όσο σκεπτόμενοι τη διαφορά».

Στοιχεία γι’ αυτή τη διαδικασία της ετεροσεξουαλικοποίησης μπορούμε να αντλήσουμε από τις αλλαγές στη σεξουαλική συμπεριφορά στην Αγγλία του 18ου αι. Εκείνη την εποχή συντελέστηκεένας επαναπροσδιορισμός του τι συνιστούσε η «σεξουαλική πράξη». Ενώ στις αρχές του αιώνα ήταν μια δραστηριότητα που χαρακτηριζόταν από αμοιβαίο αυνανισμό, φιλιά και πολλές ώρες αγγιγμάτων και τρυφερότητας, αλλά ελάχιστη διείσδυση, στο τέλος του αιώνα η σεξουαλική πράξη είχε γίνει φαλλοκεντρική. Έτσι, το να βάζεις ένα πέος μέσα σε έναν κόλπο έγινε «η» σεξουαλική πράξη, με όλες τις άλλες δραστηριότητες να υποβιβάζονται σε «προκαταρκτικά». Επιπλέον, μια αυξανόμενη ανάμεσα στον πληθυσμό ομοφοβική συμπεριφορά κατά το 18ο αι. (σίγουρα σχετιζόμενη με την ανακάλυψη του συστήματος των έτερων φύλων) σήμαινε ότι οι άνδρες ένιωθαν διαρκώς αυξανόμενη την ανάγκη να συμμετέχουν σε φαλλοκεντρικές, ετεροσεξουαλικές επαφές για να επιδείξουν την αρρενωπή τους «κανονικότητα».

Αυτό που είδε ο 18ος αι. ήταν η διάδοση μιας εμμονής με το πέος και της αντίληψης ότι υπήρχε μόνο ένα πράγμα να κάνει κανείς με αυτό. Αυτό ήταν φυσική συνέπεια της συγκρότησης της υποκειμενικότητας βάσει του βιολογικού φύλου. Αν η οντότητα κάποιου βασίζεται στο φύλο του, τότε δεν μας εκπλήττει η αγωνιώδης επιθυμία κατανόησης της «ουσίας» του φύλου αυτού.

Διερευνώντας την μεγάλη αύξηση του πληθυσμού που έλαβε χώρα στην Αγγλία μεταξύ 1680 και 1830, κεντρικός παράγοντας φαίνεται πως ήταν η αύξηση της γονιμότητας στο τέλος του 18ου αι., που επηρεάστηκε από τρία σημαντικά στοιχεία: Περισσότερες γυναίκες παντρεύονταν, γυναίκες και άνδρες παντρεύονταν και οι δύο σε νεαρή ηλικία και μια σημαντική αύξηση στις παράνομες γεννήσεις και προγαμιαίες εγκυμοσύνες λαμβάνει χώρα. Η αύξηση στην αναπαραγωγική δραστηριότητα ίσως σχετιζόταν με την έμφαση στην παραγωγή που συνόδευε την βιομηχανική επανάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις, επρόκειτο για συμπεριφορές και συνήθειες που κρίνονταν μη- παραγωγικές (π.χ. μέρες ανάρρωσης ή μη-αναπαραγωγική σεξουαλική ικανοποίηση) που ετίθεντο υπό έντονη αρνητική πίεση. Αν τις επανερμηνεύσουμε με όρους μιας χαϊντεγκεριανής προσέγγισης, τόσο η οικονομική όσο και η σεξουαλική δραστηριότητα καθορίστηκε σύμφωνα με έναν τρόπο του υπάρχειν αρχικά προσανατολισμένο προς παραγωγή της κοινωνικής ευταξίας. Επομένως, αυτό που βλέπουμε στον 18ο αι. είναι μια διαδικασία κατά την οποία η ανακάλυψη των «δύο φύλων» ως βάση της νεωτερικής ανθρώπινης ύπαρξης, δημιούργησε την ανάγκη ενίσχυσης της ετεροσεξουαλικότητας, ώστε το υποκείμενο να «υπάρξει» κατ’ αρχάς. Οι έννοιες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας ήταν η απάντηση σ’ αυτή την ανάγκη, καθώς αστυνομεύουν την ετεροκανονικότητα, αντιπροσωπεύοντας τη νεωτερική τεχνολογική αντίληψη για την ύπαρξη.

Κατά συνέπεια, η νεωτερική τεχνολογία είναι ένα κίνημα με στόχο την απουσία της διαφοράς. Μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλώς μια επιθυμία γι’ αυτήν την απουσία, ως επιθυμία για έξοδο από τη χρονικότητα και την περατότητα του κόσμου. Το άγχος για το ασταθές της νεωτερικής ύπαρξης είναι αυτό-διαιωνιζόμενο γιατί η ριζική οντολογική ανασφάλεια είναι το αποτέλεσμα της αποκάλυψης του κόσμου ως απλού «αποθέματος εν αναμονή» (Χάιντεγκερ). Η συνθήκη του να μη στεγάζεις την ύπαρξή σου πουθενά (homelessness) που υπονοείται, εδώ ίσως γίνεται έκδηλη στη στάση μας απέναντι στο θάνατο. Η βάση για την πολιτική φιλοσοφία του Hobbes είναι το γεγονός ότι «όλοι αποστρέφονται το θάνατο». Ότι ο Hobbes θα μπορούσε να είναι ο εκπρόσωπος της νεωτερικής τεχνολογικής αντίληψης του εαυτού που θεσπίζει τα «δύο φύλα» δεν αποτελεί έκπληξη, γιατί η ετεροσεξουαλικότητα εγκαθιστά τη βιολογική αναπαραγωγή ως το τελεολογικό έδαφος για την ανθρώπινή μας ύπαρξη: μια επιστημονική απάντηση στο «θάνατο του Θεού» σε μια εποχή που στοιχειώνεται από την απειλή του θανάτου.

Η θνητότητα των ανδρών

Η εκκοσμίκευση των μοντέρνων δυτικών κοινωνιών έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σχέση των ανθρώπων με το γεγονός της θνητότητας τους. Λογικά, θα περίμενε κανείς ότι όταν «πεθαίνει ο Θεός», ο θάνατος γίνεται μια τρομακτικότερη προοπτική. Ενώ κάποτε σήμαινε την έξοδο σε έναν καλύτερο κόσμο, τώρα ο θάνατος αναπαριστά το τίποτα: τη μη ύπαρξη. Για ένα ον που το απασχολεί η διατήρηση της αυθυπαρξίας του, δηλαδή ένα ον που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως αυτόνομο υποκείμενο, ο θάνατος θα αποτελούσε μεγάλη πηγή άγχους.

Μια τέτοια κατάσταση φαίνεται να χαρακτηρίζει την κατάσταση του νεωτερικού δυτικού μοντέρνου ανθρώπου. Ο 18ος αιώνας ήταν μια κρίσιμη περίοδος για την αλλαγή της στάσης απέναντι στο θάνατο, γιατί η δυτική ανθρωπότητα έχασε την προηγούμενή της οικειότητα με το θάνατο και την αποδοχή του. Το τέλος της ζωής έγινε ένα πολύ πιο δραματικό συμβάν. Από αυτή τη στιγμή και μετά, ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως διακοπή, ως μια ρήξη που αποσπά κάποιον από τη ζωή. Από αυτή τη στιγμή και μετά, ο θάνατος χάνει τη συνέχειά του με τη ζωή και γίνεται κάτι εντελώς Άλλο.

Με αφετηρία την ιστορικοποίηση της σχέσης με το θάνατο, θα μπορούσαμε ίσως να αποκαλύψουμε μερικές έμφυλες διαστάσεις της νεωτερικής σχέσης με τη θνητότητα. Ο Zygmunt Bauman σημειώνει ότι ο θάνατος αντιπροσωπεύει την έσχατη ήττα της λογικής, γιατί η λογική δεν μπορεί να συλλάβει το θάνατο. Κάτι τέτοιο καθιστά το θάνατο εξαιρετικά προβληματικό ζήτημα για τον άνδρα της νεωτερικότητας ως αυτόκλητο κηδεμόνα της λογικής. Μπορούμε ωστόσο να επανερμηνεύσουμε την εξήγηση που δίνει ο Bauman στην εκλογίκευση του ίδιου του θανάτου (δηλαδή τον τεμαχισμό της θνητότητας σε διαφορετικά γεγονότα, το καθένα με τη δική του αποφευκτή αιτία) ως μια κατ’ ουσίαν «αρρενωπή» απάντηση στη νεωτερική κατάσταση. Σ’ αυτή τη συνθήκη, ο θάνατος περιέρχεται στον έλεγχο της ανθρώπινης δράσης. Από τη στιγμή που ο θάνατος εκλογικεύτηκε και περιορίστηκε στον δικό του διακριτό κοινωνικό χώρο, τότε μπορεί κανείς να κάνει κάτι λογικό και αποδεκτό: όπως το θέτει ο Bauman, «μπορεί να αντιπαρατεθεί ως φορέας της λογικής απέναντι σε μια δυσχερή κατάσταση που αντιμάχεται τον ορθολογισμό». Μπορούμε να το πούμε κι αλλιώς: Η αποκατάσταση της αίσθησης της αρρενωπότητας επιτυγχάνεται με την εκλογίκευση του θανάτου και την επαναπόκτηση του ελέγχου πάνω στη ζωή.

Αυτή η συμπεριφορά απέναντι στο θάνατο θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως ένα ακόμη παράδειγμα της νεωτερικής τεχνολογίας. Ίσως τίποτα να μην αντιπροσωπεύει καλύτερα τη «διάταξη και ακινητοποίηση της φύσης» για την οποία μιλάει ο Χάιντεγκερ, από την «πρόκληση της αποκάλυψης» του θανάτου, όπως αυτή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της ιατρικής επιστήμης.Η επιστήμη μάς εφοδιάζει με την «αλήθεια» της φύσης, πάνω στην οποία θα θεμελιώσουμε τις έμφυλες ταυτότητές μας, αλλά για να το πετύχει, πρέπει να αποκτήσει έλεγχο πάνω στη φύση με το να εκμηδενίζει την απειλή που ο θάνατος εκπροσωπεί για αυτές τις ταυτότητες, και συγκεκριμένα τις «αρρενωπές».



Σ΄ αυτό το σημείο, έχει σημασία να θυμόμαστε ότι οι γυναίκες και ο θάνατος, «παραδοσιακά» μοιράζονται πολλά χαρακτηριστικά. Και οι δύο έχουν ειδωθεί από τους άνδρες ως μυστήρια, αμφίθυμα και απειλητικά στοιχεία ως προς την αίσθηση ακεραιότητας και σταθερότητας ενός άντρα. Αν η γυναίκα και η φύση αντιπροσωπεύουν και οι δύο τον θάνατο για τον νεωτερικό άνδρα, τότε δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τις αρνείται. Η άρνηση παίρνει τη μορφή μιας απόσυρσης από την σωματική πραγματικότητα για χάρη μιας ταύτισης με τον αποσωματοποιημένο νου. Τα όρια επομένως είναι αυστηρά ανάμεσα στον έλλογο άνδρα και το αντίθετό του, τη γυναίκα, της οποίας το σώμα είναι, όπως το θέτει ο
Foucault, «απ’ άκρη σε άκρη διαποτισμένο από τη σεξουαλικότητά». Η αρρενωπότητα απαιτεί από τους άνδρες να ελέγχουν τη φύση και κατ’ επέκταση τις γυναίκες, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους και να κατευνάσουν την απειλή του θανάτου, του τίποτα, της μη ύπαρξης. Και ένας φόβος μη ύπαρξης ωθεί πάντοτε κάποιον να επενδύσει περισσότερα στην τωρινή κατάσταση της ύπαρξής του.

Ο Αριές ισχυρίζεται ότι η περίοδος από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα έθεσε τις βάσεις για τη νεωτερική, πιο προσωπική αίσθηση για το θάνατο του εαυτού. Μια τέτοια αίσθηση προδίδει ένα βίαιο δέσιμο στη ζωή: ένα πάθος για την ύπαρξη, ένα άγχος για τη μη επαρκή ύπαρξη. Ήδη από το 18ο αιώνα και εξής, είναι ο θάνατος του άλλου τον οποίο φοβάται κανείς περισσότερο από το φόβο του εαυτού. Εκ πρώτης όψεως, αυτό θα μπορούσε να συγκρούεται με αυτό που αυτό που κανονικά είναι η αρρενωπή άρνηση του θανάτου. Όταν σκεφτόμαστε ότι οι σύγχρονές μας (έμφυλες) ταυτότητες προσδιορίζονται ως επί το πλείστον από την αντιδιαστολή τους με το Άλλο (φύλο) και είναι ουσιωδώς καθορισμένες από αυτή την αντίθεση, τότε είναι προφανές ότι όταν αυτό το Άλλο πεθαίνει, «πεθαίνουμε» κι εμείς με έναν πολύ πραγματικό τρόπο. Ο ισχυρισμός περί του αντιθέτου θα σήμαινε επικύρωση του φαντασιακού του «αυτόνομου νεωτερικού εαυτού». Ο θάνατος του Άλλου αποκαλύπτει την περατότητά μας, και ακριβώς στην απόδραση από αυτή τη συνθήκη μπορούμε να εντοπίσουμε την «ουσία» της αρρενωπότητας.

1 Comment:

  1. les_boi said...
    πολύ ενδιαφέρον
    ευχαριστώ για την παράθεση:-)

Post a Comment