Nov 19, 2007

Κανένα φύλο… ή πολλά!

Το φεμινιστικό κίνημα των δεκαετιών ’60 και ’70 είχε ως κύρια επιδίωξη να αναγνωριστεί το υποκείμενο «γυναίκα» που ως τότε είχε αγνοηθεί και καταδικαστεί σε ανυπαρξία, διεκδικώντας πολιτικό λόγο για τις γυναίκες. Μέσω των πολιτικών ζυμώσεων, όμως, που γίνονταν στο εσωτερικό των κινημάτων, τα οποία απαρτίζονταν από γυναίκες διαφορετικής προέλευσης, προέκυψαν εύλογα ερωτήματα: «Ποιο είναι το οικουμενικό στοιχείο που συνδέει όλες τις γυναίκες;», δηλαδή «Τι είναι αυτό που κάνει γυναίκες τις γυναίκες;». Προκειμένου να απαντήσει σ’ αυτά τα ερωτήματα, η θεωρία αρχικά καταπιάστηκε με τη διάκριση του φύλου σε βιολογικό (sex) και κοινωνικό (gender). Ως βιολογικό φύλο θεωρήθηκε εκείνο με το οποίο κάποια γεννιέται ως γυναίκα, ενώ ως κοινωνικό, εκείνο μέσω του οποίου κατασκευάζεται κοινωνικά ως γυναίκα.

Η διάκριση αυτή αντιτέθηκε στην πατριαρχική αντίληψη που τοποθετούσε το φύλο και τα παρεπόμενά του στο χώρο του «φυσικού»: Το κοινωνικό φύλο καταδείχτηκε ως προϊόν ανθρώπινης, πολιτισμικής δημιουργίας, ως κατασκεύασμα που επιδέχεται μετατροπές και συνεπώς ως αντικείμενο διερεύνησης στη σφαίρα του πολιτικού.

Το πρόβλημα μιας τέτοιας θεώρησης ήταν ότι η «φύση» του φύλου, που σύμφωνα με την παραπάνω διάκριση δεν είχε επίδραση στην κοινωνική μοίρα του ατόμου, τοποθετήθηκε εκτός της σφαίρας του πολιτικού. Έτσι, η «φύση» του φύλου θεωρήθηκε προϋπάρχουσα του υποκειμένου, της κοινωνίας και του πολιτισμού.

Ωστόσο, η θεωρία για τα φύλα προσανατολίστηκε στην κατεύθυνση της αμφισβήτησης της «αντικειμενικότητας» των θετικών επιστημών, με έρευνες στο πεδίο της βιολογίας βάσει μιας κονστρουκτιβιστικής θεώρησης του φύλου και με την ανάλυση των κοινωνικών διαδικασιών εμφυλοποίησης: το φύλο απογυμνώθηκε από κάθε απτή οντολογική ουσία.

Στο πεδίο της βιολογίας, που ως τότε αντιμετώπιζε τα φύλα ως δύο αντιθετικές κατηγορίες που αλληλοαποκλείονται (ό,τι δεν είναι το ένα, είναι το άλλο), ένα ρεύμα ερευνών αναγνώρισε πως το χρωμόσωμα, οι αδένες και οι ορμόνες κατασκευάζουν ένα συνεχές που όμως δεν έχει μόνο δύο άκρα (το ένα ή το άλλο φύλο), αλλά και άπειρες διαβαθμίσεις. Έτσι, ένας οργανισμός μπορεί να έχει το ΧΥ χρωμόσωμα (που σύμφωνα με την καθεστηκυία βιολογία τον τοποθετείστην κατηγορία «άνδρας») αλλά να έχει παράλληλα περισσότερες από τις λεγόμενες «θηλυκές» ορμόνες.

Την κονστρουκτιβιστική οπτική πάνω στο φύλο ενίσχυσαν και ανθρωπολογικές έρευνες, που μελέτησαν τις ποικίλες σημασίες με τις οποίες είναι επενδυμένα τα σώματα και η σεξουαλικότητα σε διάφορες εποχές και σε διάφορους πολιτισμούς.

Αμφισβητώντας λοιπόν την ύπαρξη μιας οντολογικής ουσίας του φύλου, η φεμινιστική θεωρία δεν μπορούσε παρά να επισημάνει την αντίστροφη πορεία κατασκευής της έμφυλης ταυτότητας: το υποκείμενο εκλαμβάνει την εκμαθημένη έμφυλη έκφραση ως «φυσική» και, κατά συνέπεια, την αντιλαμβάνεται σαν να ενυπάρχει με φυσικό τρόπο μέσα στο σώμα του/της.

Έτσι, η αντίληψη του εαυτού ως έμφυλου όντος είναι αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας που επενδύει νοηματικά την έμφυλα κατασκευασμένη πραγματικότητα. Αυτή η επαναληπτική λειτουργία, την οποία η Judith Butler ονομάζει επιτελεστικότητα, έχει ως αποτέλεσμα με κάθε πράξη να ξαναπραγματώνεται η ταξινομική κατηγορία του φύλου, η ταυτότητα-αίσθηση του εαυτού και η έμφυλη σχέση – δηλαδή το πώς συσχετίζουμε τον εαυτό μας με το «άλλο». Η εκμάθηση της θέασης του κόσμου μέσα από ένα φίλτρο που μας δείχνει πως το φύλο «υπάρχει», μας εμποδίζει να αναρωτηθούμε γιατί βλέπουμε κάτι τέτοιο – δηλαδή να διαπιστώσουμε την ίδια την ύπαρξη του φίλτρου. Αυτή η διαδικασία συνεχούς αναπαραγωγής της διαφοροποίησης των φύλων επιδρά πάνω στο άτομο σε κάθε κίνησή του. Τα συστατικά αυτής της διαδικασίας δεν είναι μόνο συμπεριφορές, αλλά και το πώς ένα σώμα γίνεται αντιληπτό, πώς δρα και πώς φαίνεται στους φορείς του και στον έξω κόσμο, τα οποία έχουν σχέση με τις συνθήκες ζωής, τον τρόπο που εργάζεται, ζει, αγωνίζεται, ερωτεύεται, παίζει και επικοινωνεί κάποιος ή κάποια.

Η σωματικότητα επομένως δεν αποτελεί έναν ανιστορικό παράγοντα. Το σώμα ανήκει στο πεδίο του Λόγου. Και μάλιστα, δεν είναι μόνο οι παραλλαγές του φύλου και οι τρόποι ύπαρξης ανδρών και γυναικών που αποτελούν ιστορικό προϊόν: ο ίδιος ο διμορφισμός, ο σωματικός δυϊσμός του φύλου δεν αποτελεί φυσικό δεδομένο αλλά πολιτισμικό δεδομένο της έμφυλης τάξης πραγμάτων. Η τοποθέτηση του «φυσικού» σώματος στο ανιστορικό πεδίο, «πριν το Λόγο», ενισχύει τη διατήρηση του δυϊσμού του φύλου. Ο δυϊσμός όμως είναι απαραίτητος για την εσωτερική σταθερότητα της άνισης σχέσης φύλου, καθώς πάνω στη διαφοροποίηση δομείται η ιεράρχηση.

Συμπερασματικά, η εμφυλοποίηση (άρα φυσικοποίηση) του κοινωνικού βασίζεται σε μια θεώρηση σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι γίνονται αντιληπτοί ως μια αναλλοίωτη αιώνια ουσία, ωςφορείς του ενός ή του άλλου φύλου, και ότι τελικά ανήκουν στο πεδίο του «φυσικού». Αυτή η «γνώση» λειτουργεί σαν αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο της αντίληψης που αναγνωρίζει μόνο δύο είδη ανθρώπων: άνδρες και γυναίκες.

Κατά συνέπεια, αναγνωρίζει και μόνο δύο αλληλοσυμπληρούμενες σεξουαλικότητες.


Η σεξουαλική έκφραση ως εργαλείο της εξουσίας

Με αφετηριακό σημείο ότι σεξουαλικότητα και φύλο δεν είναι φυσικά δεδομένα, προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τα «πώς» και «γιατί» της σύστασης και διαπλοκής τους με κοινωνικά δεδομένα, εντοπίζοντας στον πυρήνα της αναζήτησης τη συγκρότηση του υποκειμένου της νεωτερικότητας.

Η έννοια του υποκειμένου όπως γεννιέται στην εποχή του διαφωτισμού παρουσιάζει ομοιότητες με την έννοια του πολίτη της αρχαίας Ελλάδας. Ο παραλληλισμός αυτός είναι χρήσιμος για την κατανόηση της σχέσης του υποκειμένου με τον εαυτό του από τη νεωτερικότητα και μετά – σχέση που συνδέεται με τη σεξουαλικότητα και εκφράζεται σ’ αυτή.

Για να θεωρηθεί «πραγματικός άνδρας», ο άνδρας στην αρχαία Ελλάδα έπρεπε να αποκτήσει μια εξουσία πάνω στον εαυτό του, ώστε να εξουσιάζει και τους άλλους. Αυτή η σχέση με τον εαυτό καθορίστηκε και μέσω της σχέσης του με τη σεξουαλικότητα, καθώς, αυτοκυριαρχούμενος, κατάφερνε να αποκτήσει την αναγκαία αίσθηση ανδρισμού, την οποία εξασκούσε πάνω στους σεξουαλικούς του συντρόφους. Η σχέση του μαζί τους βασιζόταν σε μια ιεραρχία και προσανατολιζόταν ηθικά στο ιδανικό του ενεργητικού πόθου. Μ’ αυτή την έννοια, η διάκριση δεν ετίθετο στο επίπεδο του ομοφυλόφιλου / ετεροφυλόφιλου, αλλά σ’ αυτό του παθητικού / ενεργητικού, του αποδεκτού / αξιοκατάκριτου, μεταξύ μετρημένης διαχείρισης και άμετρης υπερβολής. Ο ελεύθερος πολίτης-άνδρας έπρεπε να καταλαμβάνει την ενεργητική θέση, οι μη ελεύθεροι και οι γυναίκες την παθητική. Μόνο στον ανήλικο ελεύθερο άνδρα επιτρεπόταν να πάρει τη θέση του παθητικού, ποθητού αντικειμένου. Αλλά ακόμη και το νεαρό αγόρι έπρεπε να αποφεύγει να του συμπεριφέρονται σαν παιχνίδι και να το εξουσιάζουν. Δεν έπρεπε να γίνει «πειθήνιο όργανο» στις ηδονές του άλλου και να νικηθεί ή να παραδοθεί αμαχητί. Επειδή ο ανήλικος άνδρας ήταν εκτεθειμένος στον κίνδυνο της παθητικότητας, δεν έπρεπε να την ενσωματώσει συνειδητά στη χαρακτηροδομή του. Η ενηλικίωσή του καθοριζόταν από την απώθηση αυτών ακριβώς των παθητικών συμπεριφορών.

Αυτό το σύστημα σεξουαλικότητας ανταποκρίνεται σε μια συνέχεια εξουσίας / ελευθερίας / αλήθειας. Οι διαπροσωπικές σχέσεις περιγράφονται με όρους διακυβέρνησης, ενώ η σχέση με τον εαυτό καθορίζεται από την επιταγή του μέτρου και της αυτοκυριαρχίας και την υπαγωγή αυτών στο λόγο, και πάντα μέσα στο πλαίσιο ενός αγώνα αναζήτησης της αλήθειας. Σ’ αυτήν τη διαδικασία οι γυναίκες, οι ανήλικοι και οι δούλοι δεν ήταν παρά υποταγμένα εργαλεία για να πραγματωθεί η ελευθερία του ενήλικου άνδρα.

Το καρτεσιανό υποκείμενο…

Το πέρασμα στον Διαφωτισμό συντελείται με έντονους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και ανακατατάξεις κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, με χαρακτηριστικά την ιδεολογία περί απελευθέρωσης του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς της φύσης, την κυριαρχία του πάνω σ’ αυτήν μέσω των θετικών επιστημών, καθώς και την απελευθέρωσή του από τη μοναρχική κυριαρχία και τον εκκλησιαστικό δογματισμό μέσω του έλλογου ξεπεράσματος της άγνοιας. Όλα αυτά βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους τον 18ο αιώνα, με την παγίωση της αστικής καπιταλιστικής κοινωνίας, της λογοκρατίας και της μηχανιστικής σκέψης, και τις συνακόλουθες μορφές κοινωνικών σχέσεων που παρήγαγε αυτό το πλαίσιο.

Ο ορθός λόγος (πάνω στον οποίο υποτίθεται πως είχε οικοδομηθεί η νέα μορφή κοινωνίας) έγινε προϋπόθεση για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του υποκειμένου: Το υποκείμενο-φορέας του Λόγου έπρεπε να υποταχθεί αυτοβούλως στο Κράτος προκειμένου να πραγματωθεί ως ελεύθερο άτομο, αφού μόνο όποιος μπορούσε να αυτοκυριαρχηθεί θεωρούνταν ικανός να κυριαρχήσει και πάνω στους άλλους, να διαχειριστεί την περιουσία και να λειτουργήσει σαν αρχηγός της οικογένειας – δομές και ρόλοι που επέβαλλαν οι αστικές καπιταλιστικές σχέσεις. Η αίσθηση του καθήκοντος επένδυσε την έννοια της ελευθερίας του πολίτη της νέας κοινωνίας. Η εδραίωση του ορθολογισμού, συστατικού στοιχείου του καπιταλισμού που γεννιέται εκείνη την περίοδο, καθιστά το Λόγο εργαλείο για τη διατήρηση της τάξης μέσω του εσωτερικευμένου ελέγχου των υποκειμένων.

Παράλληλα, η ιεραρχική σχέση άνδρα-γυναίκας, παγιωμένη μέσα στους αιώνες θεοκρατικών κοινωνιών που είχαν προηγηθεί, μετασχηματίζεται σε μια νέα μορφή πατριαρχίας, την οποία ο Διαφωτισμός νομιμοποιεί πλήρως: ο άνδρας συνιστά την «πρόοδο», καθώς ταυτίζεται με το Λόγο, αφετηρία του ξεπεράσματος της φύσης, με την οποία ταυτίζεται απαξιωτικά η γυναίκα.

Έτσι ο «οικουμενικός άνθρωπος», όπως συγκροτείται την περίοδο του Διαφωτισμού, είναι ένα αρσενικό, έλλογο ον, ικανό να κυριαρχήσει στον εαυτό του και στους άλλους. Στη διαδικασία συγκρότησης του υποκειμένου της νεωτερικότητας, ο ανδρισμός εδραιώνεται ως η νόρμα για το ανθρώπινο, εφόσον η δυτική κοσμοθεώρηση συνδέει απόλυτα τη λογική με την ανδρική ταυτότητα. Η λογική σκέψη ως αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών είναι η ιδεολογική βάση πάνω στην οποία δομήθηκε η ανδρική ανωτερότητα στην κοινωνική ζωή. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, το συναίσθημα απορρίπτεται ως αυθεντική πηγή γνώσης, μια που με την τελευταία ταυτίζεται μόνο η λογική. Το συναίσθημα ισοδυναμεί με αδυναμία και θηλυκότητα, στοιχεία που βρίσκονται στον αντίποδα της αίσθησης ανδρικής ταυτότητας.

Τα ιεραρχικά δίπολα στη λογοκρατία της νεωτερικότητας υπερασπίζονται τον έλεγχο του νόμου επί του σώματος μέσω των επιστημών, τη μελέτη του εξωτερικού κόσμου και των αντικειμένων, όχι των ατομικοτήτων, με συνέπεια την καλλιέργεια της άγνοιας για τον εαυτό, άγνοια που στιγματίζει τα βιώματα και τις σχέσεις. Επιπρόσθετα, η επικράτηση του προτεσταντισμού κληροδοτεί, μεταξύ άλλων, και την πεποίθηση ότι η λογική σκέψη οφείλει να αποκαλύπτει την «κακή» και «ζωώδη» φύση που ενυπάρχει στον άνθρωπο, ώστε να τον ωθήσει σε μια ηθική ζωή, ριζικά διαχωρισμένη από τα ένστικτα που την καθιστούν ανελεύθερη.

Με την καρτεσιανή και προτεσταντική ρήξη νου και σώματος, οι άνδρες αποξενώθηκαν κι άλλο από το σωματικό τους βίωμα, γιατί αυτό αποτελούσε μέρος ενός φυσικού κόσμου που έμαθαν να φοβούνται και να απεχθάνονται. Αντιλαμβάνονταν την ανθρωπινότητά τους μόνο απ’ τη στιγμή που μπορούσαν να τιθασεύσουν τον φυσικό κόσμο και να κυριαρχούν πάνω στα πάθη τους.

Μέσα σ’ αυτό το «σύμπαν», οι επιθυμίες και τα συναισθήματα εμφανίζονται απειλητικά. Δρώντας από μια αίσθηση καθήκοντος, οι άνδρες θεωρούν εαυτόν ικανό να ελέγξει το συναίσθημα και να πραγματώσει το υποτιθέμενο ελεύθερο υποκείμενο, με τις γυναίκες να έχουν πρόσβαση σε αυτή την ελευθερία μόνο αποδεχόμενες την υποταγή τους στους άνδρες.

Έτσι θεσμίζεται η εσωτερική σύνδεση της ανδρικής ταυτότητας και της αίσθησης του αυτοελέγχου, ως μορφή κυριαρχίας πάνω στον συναισθηματικό κόσμο.

Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, έναν από τους κύριους ιδεολογικούς φορείς του Διαφωτισμού, «ο άνδρας είναι αρσενικό μόνο σε ορισμένες περιστάσεις, η γυναίκα όμως είναι θηλυκό σε όλη της τη ζωή». Ο προορισμός της είναι να μεγαλώνει παιδιά, να ικανοποιεί και να υποτάσσεται στον άνδρα, όπως «προστάζει η φύση». Όσο για τησεξουαλικότητα, στον «Αιμίλιο ή περί αγωγής» διατείνεται πως και τα δύο φύλα είναι προικισμένα με αχαλίνωτα πάθη, όμως ο άνδρας προικίστηκε με λογική και η γυναίκα με σεμνοτυφία, ώστε να τα χαλιναγωγούν. Ενδεδειγμένη κοινωνική συμπεριφορά για τη γυναίκα είναι να συνδυάζει το πάθος, την θελκτικότητα και τον αισθησιασμό με την ευσυνείδητη αγνότητα. Οι γυναίκες, τις οποίες ο Ρουσσώ ορίζει ως αποκλειστικά σεξουαλικά πλάσματα, θεωρούνται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πειρασμός που οδηγεί τον άνδρα σε παρέκκλιση από το μονοπάτι της λογικής και της ηθικής, με το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς του. Αυτό σημαίνει την αποποίηση κάθε ευθύνης για οποιαδήποτε εκδοχή της ανδρικής σεξουαλικότητας, εφόσον, εάν ο άνδρας διεγερθεί, υποτίθεται πως βγαίνει από τον έλεγχο της λογικής.


…και το «άλλο» του

Σε αντίθεση με την εικόνα του πάντα ικανού και με αυτοέλεγχο άνδρα, οι γυναίκες τόσο στην αρχαιότητα, όσο και στην αστική κοινωνία είχαν περιορισμούς στην έκφραση της σεξουαλικότητάς τους (π.χ. απαγόρευση εξωγαμιαίων σχέσεων). Ο άνδρας κρατούσε ρόλο επιτηρητή, αφού έπρεπε να κυριαρχεί στη γυναίκα εξίσου όπως σε σπίτι, παιδιά και δούλους. Η γυναίκα δεν είχε πρόσβαση σε ένα αυτόνομο καθεστώς υποκειμένου. Έπρεπε να είναι «ενάρετη», χαρακτηριστικό που πάντα σχετιζόταν με τον άνδρα και ουσιαστικά συνίστατο στην υποταγή της σ΄ αυτόν. Ο αυτοέλεγχος δεν απαιτούνταν με τον ίδιο τρόπο από άνδρες και γυναίκες: Εκείνη ήταν υποχρεωμένη να υπόκειται σε αυτοέλεγχο προκειμένου να αρέσει στον άνδρα, διαφορετικά αυτός είχε το δικαίωμα να τη διώξει. Εκείνος, αντιθέτως, όφειλε να αυτοκυριαρχείται, δηλαδή να έχει σεξουαλική εγκράτεια, προκειμένου να κυριαρχήσει πάνω σ’ αυτούς που δεν μπορούσαν να πετύχουν τον ίδιο βαθμό αυτοελέγχου. Όσον αφορά τη γυναίκα, δεν επρόκειτο για εγκράτεια, αλλά για υπακοή και προσαρμογή στις ανδρικές απαγορεύσεις και προσταγές.

Ο όρκος πίστης στο γάμο αποτελούσε τυπικά καθήκον και των δύο συζύγων, αλλά κατ’ ουσίαν οι άνδρες υφίσταντο λιγότερες κυρώσεις από τις γυναίκες ή ακόμη και καθόλου. Ήταν ηθικά νομιμοποιημένοι να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με υπηρέτριες (ή να τις βιάζουν), με πόρνες και με ερωμένες, και βεβαίως τους επιτρέπονταν οι σεξουαλικές επαφές πριν το γάμο. Αντιθέτως, η γυναίκα από την εξουσία του πατέρα παραδιδόταν στον σύζυγο. Αν έκανε εξώγαμο παιδί, στιγματιζόταν και έχανε τη δυνατότητα να παντρευτεί. Πριν το γάμο δεν είχε σεξουαλική ζωή και μετά το γάμο είχε παιδιά: αυτή ήταν η ηθική μορφή της πληθυσμιακής πολιτικής, η οποία πάντα ρύθμιζε

τη σεξουαλικότητα των γυναικών, όχι των ανδρών. Για την αντισύλληψη εξάλλου χρησιμοποιούνταν η διακεκομμένη συνουσία που άφηνε τον έλεγχο αποκλειστικά στον άνδρα. Είτε ως αγία είτε ως πόρνη, ο άνδρας έπρεπε να την κρατήσει υπό τον έλεγχό του.

Επιπλέον, ο άνδρας όφειλε να οριοθετηθεί από την ομοφυλοφιλία, η οποία από τον 18ο αιώνα πλέον τιμωρείται.1 Εκτός από το φόβο της αρρώστιας και του εκφυλισμού, υπήρχε ο φόβος της εκθήλυνσης. Στην αστική κοινωνία η ομοφυλοφιλία θεωρήθηκε όχι πια σαν μια μορφή σεξουαλικότητας μεταξύ άλλων, αλλά σαν το τελείως άλλο σχετικά με τη σωστή, ανδρική σεξουαλικότητα. Έτσι επιβλήθηκε η πλήρης απώθηση του φαντασιακού της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας για τον άνδρα. Μιας και ολόκληρη η ομοφυλοφιλία ταυτίστηκε με το «παθητικό», ο αστός άνδρας έπρεπε να απαρνηθεί την ομοφυλοφιλία ολοκληρωτικά.

Όσο για τη γυναικεία ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα, απλώς δεν θεωρήθηκε μορφή σεξουαλικότητας: εφόσον δεν συμμετέχουν άνδρες, είναι σαν να μην υπάρχει.


Η αόρατη πειθάρχηση των σωμάτων

Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την ατομικότητα σαν ένα είδος βασικού πυρήνα, πρωτογενούς ατόμου, πολλαπλού και αδρανούς υλικού στο οποίο η εξουσία έρχεται να επιβληθεί ή το οποίο ίσως πλήττει… Στην πραγματικότητα, πρόκειται ήδη για ένα από τα πρωταρχικά αποτελέσματα της εξουσίας ότι ορισμένα σώματα, ορισμένες χειρονομίες, ορισμένος λόγος, ορισμένες επιθυμίες, καταλήγουν να ταυτίζονται και να συντίθενται ως ατομικότητες. Το άτομο δεν είναι επομένως το αντίθετο της εξουσίας. Το άτομο είναι ένα αποτέλεσμα της εξουσίας και ταυτόχρονα –ή ακριβώς στο βαθμό που είναι ένα από τα αποτελέσματά της– το συνεκτικό της στοιχείο. Η εξουσία το διαπερνά πέρα ως πέρα.

Michel Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία

Η σεξουαλικότητα δεν πρέπει να ειδωθεί ως ένστικτο αντιθετικό και απείθαρχο προς την εξουσία, αλλά ως ένα ιδιαίτερα κομβικό σημείο μετάβασης προς σχέσεις εξουσίας… Δεν αποτελεί το πλέον ανυπότακτο στοιχείο, αλλά μάλλον ένα από τα προικισμένα με τη μεγαλύτερη εργαλειακότητα προς όφελος της εξουσίας.

Michel Foucault, Εξουσία, Γνώση και Ηθική

Ο γάλλος ιστορικός των ιδεών Michel Foucault ισχυρίζεται στον πρώτο τόμο της «Ιστορίας της σεξουαλικότητας» (Η δίψα της γνώσης) ότι, ενώ φαινομενικά και επίσημα από τον 17ο αιώνα η σεμνοτυφία και οι απαγορεύσεις καταδικάζουν το σεξ στη σιωπή, στην πραγματικότητα παρατηρείται κυριολεκτικά «έκρηξη λόγων» γύρω από αυτό. «Δεν λέω ότι οι απαγορεύσεις στο σεξ είναι απάτη, αλλά ότι αποτελεί απάτη να τις ανάγεις σε θεμελιακό και συστατικό στοιχείο βάσει του οποίου μπορείς να γράψεις την ιστορία όσων έχουν ειπωθεί για το σεξ από τους νέους χρόνους και μετά.»

Η επινόηση της σεξουαλικότητας, «η απόλυτη μοναδικότητά της», αποτελεί σύμφωνα με τον Foucault μια κεντρική έκφραση του παραγωγικού χαρακτήρα της πειθαρχικής εξουσίας, κεντρικό στοιχείο της νεωτερικής υποκειμενικότητας. Η σεξουαλικότητα δημιουργείται ως προϊόν του λόγου (discourse) της αλήθειας των ανθρωπιστικών επιστημών, ξεκινώντας από τον 18ο αιώνα. Επομένως είναι λάθος να την αντιλαμβανόμαστε είτε σαν φυσικό δεδομένο, πάνω στο οποίο θέλει να κυριαρχήσει η εξουσία, είτε σαν έναν σκοτεινό χώρο τον οποίο η γνώση προσπαθεί σταδιακά να φέρει στο φως.

Στην πραγματικότητα, η σεξουαλικότητα λειτουργεί ως παραγωγικό μέσο της σύγχρονης κανονιστικής εξουσίας: «Σεξουαλικότητα είναι το όνομα που θα μπορούσε να δοθεί σε ένα ιστορικό σύστημα, το οποίο αποτελεί ένα κομβικό σημείο για τη συγκρότηση του νεωτερικού υποκείμενου: το σεξ, το να κάνεις σεξ, παρουσιάζεται σαν πραγματικό αφετηριακό σημείο της σεξουαλικότητας» (Η δίψα της γνώσης). Αυτή η λογική όμως αποτελεί κατά τον Foucault μια απάτη, μια τακτική συγκάλυψης: γιατί ανακηρύσσεται σε φύση του ανθρώπου ό,τι είναι στην πραγματικότητα προϊόν του λόγου. Από ένα αόριστο σύνολο δραστηριοτήτων γίνεται κάτι αντιληπτό σαν «σεξ» μόνο όταν εκ των προτέρων η σεξουαλικότητα προσδιορίζει το τι συνιστά σεξ. Η σεξουαλικότητα δημιουργεί το σεξ, το παγιώνει και το καθορίζει, σε στενή συνάρτηση με τα κοινωνικά δεδομένα.

Οι έρευνες του Foucault δείχνουν ότι ο άνθρωπος της νεωτερικότητας ρωτάει ή ρωτιέται από άλλους εδώ και δύο αιώνες ασταμάτητα για το σεξ, καθώς έτσι υποτίθεται ότι θα μάθει την αλήθεια για τον εαυτό του και θα δημιουργήσει τη σεξουαλική του ταυτότητα. Το σεξ και η σεξουαλικότητα γίνονται στο εξής κομβικά στοιχεία της σύγχρονης ταυτότητας και υποκειμενικότητας. Οι έρευνες αυτές είναι και ιστορικές, σκιαγραφώντας το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτός ο μετασχηματισμός: από τον 18ο αιώνα και έπειτα δημιουργούνται καινούργιοι μηχανισμοί εξουσίας που δεν χρησιμοποιούν πια το νόμο και την ποινή προκειμένου να επιβληθούν, αλλά διαχέονται στο κοινωνικό σώμα με τη μορφή κανονικοποίησης καιελέγχου. Η θεωρητική βάση για τις κανονιστικές νόρμες είναι οι διαφορετικοί τομείς της επιστήμης, οι οποίοι κατασκευάζουν το υποκείμενο μέσω της παραγωγής «φυσικών» κανόνων, χαρακτηριστικών και διαδικασιών που λειτουργούν ως γενικά παραδεκτές κοινωνικές αλήθειες.

Ο Foucault ονομάζει το σύνολο των κανονιστικών μεθόδων βιοεξουσία, εξουσία πάνω στη ζωή, σε αντίθεση με το «δικαίωμα ζωής και θανάτου» παλιότερων μορφών εξουσίας. Στο ξεκίνημα της βιομηχανοποίησης τον 17ο αιώνα, ο πληθυσμός απέκτησε ιδιαίτερη σημασία σαν πλούτος, σαν εργατικό δυναμικό για τις κυβερνήσεις. Η σεξουαλικότητα μετατοπίστηκε στο επίκεντρο του οικονομικού και του πολιτικού ενδιαφέροντος. Το σκεπτικό της πληθυσμιακής πολιτικής ήταν η προσαρμογή του πληθυσμού στις ανάγκες του κεφαλαίου. Ποσοστά γεννήσεων, ηλικία γάμου, σεξουαλική ωρίμανση, συχνότητα σεξουαλικών σχέσεων, επιπτώσεις της αγαμίας και αντισυλληπτικές μέθοδοι αναλύονται εντατικά. Ξαφνικά ενδιαφέρει ο τρόπος που γίνεται σεξ, και υπόκειται σε εσωτερικευμένο έλεγχο μέσω της κανονιστικής ετεροσεξουαλικότητας. Η γνώση, οι αναλύσεις και οι εντολές στοχεύουν ιδιαίτερα στην νεοανακαλυφθείσα σεξουαλικότητα των παιδιών και των εφήβων. Αυτή η ιστορία τής (παραγωγής τής) σεξουαλικότητας κατά τον Foucault πραγματοποιείται σε διάφορα στάδια. Η παραγωγή της αλήθειας λειτουργεί μέσω της σχέσης νόρμας / απόκλισης: με τον καθορισμό της ομαλής και της ανώμαλης σεξουαλικότητας, ο καθένας οφείλει να οριοθετηθεί σχετικά μ’ αυτές – η σεξουαλικότητα αποτελεί έναν πολύ πετυχημένο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην πειθάρχηση του σώματος και τον πληθυσμιακό έλεγχο.

Η πραγμάτωση της αστικής κυριαρχίας επιτεύχθηκε και μέσω του ανδρικού σώματος. Αυτό το σώμα κατασκεύασαν ως πρότυπο οι επιστήμες του ανθρώπου μέσω του αρνητικού του, του «θηλυκού»: στον αστικό κόσμο ήταν η «γυναίκα» που κατασκευάστηκε σαν αντίστροφη επιβεβαίωση της ανδρικής υποκειμενικότητας, υγείας και δύναμης. Η αστική γυναίκα ήταν το πρώτο άτομο που σεξουαλικοποιήθηκε απόλυτα. Θεωρήθηκε ότι η σεξουαλικότητα τη διαπερνά ουσιαστικά, οντολογικά. Το θηλυκό «γένος» κατέληξε τελικά μια παθολογική ενσάρκωση του σεξουαλικού. Με αυτόν τον τρόπο έγινε προσιτό σε ιατρικές πρακτικές και εξετάσεις. Η σύγχρονη γυναίκα υπήρξε το πρώτο αντικείμενο ερευνών των επιστημών για τη σεξουαλικότητα.

«Η υστερικοποίηση του γυναικείου σώματος είναι τριπλή διαδικασία: Πρώτον, το σώμα της γυναίκας αναλύεται ως σώμα πλήρως σεξουαλικοποιημένο. Μέσω μιας εγγενούς παθολογίας που του αποδόθηκε, εντάχθηκε στο πεδίο ιατρικών πρακτικών και συνδέθηκεοργανικά με το κοινωνικό σώμα, τη γονιμότητα του οποίου έπρεπε να ρυθμίσει και να διασφαλίσει, με το χώρο της οικογένειας, ως βασικό συστατικό και λειτουργικό της στοιχείο, και με τη ζωή των παιδιών, τα οποία γεννάει και πρέπει να προστατεύει σε όλη τους τη ζωή, λόγω βιολογικής-ηθικής ευθύνης: Η μητέρα αποτελεί το αντεστραμμένο είδωλο της νευρικής γυναίκας και έγινε η πιο ορατή μορφή υστερικοποίησης» (Michel Foucault, Η δίψα της γνώσης). Tα επόμενα βήματα για την πλήρη σεξουαλικοποίηση των υποκειμένων ήταν η εκστρατεία ενάντια στον παιδικό αυνανισμό (παιδαγωγικοποίηση), η ρύθμιση της αναπαραγωγικής συμπεριφοράς και η ψυχιατρικοποίηση των λεγόμενων διεστραμμένων, ιδιαίτερα των ομοφυλόφιλων ανδρών. Αυτές οι τέσσερις διαστάσεις αποτελούν σύμφωνα με τον Foucault το σύστημα της σεξουαλικότητας. Το σεξ πλέον δεν χρήζει καταδίκης, χρήζει διαχείρισης.

Ωστόσο, ελλιπής παρουσιάζεται η ανάλυση του Foucault στη διερεύνηση της δημιουργίας του συστήματος της σεξουαλικότητας. Η παθολογικοποίηση του θηλυκού προϋποθέτει ήδη τον διμορφισμό των φύλων. Ο λόγος για το φύλο προϋπάρχει δηλαδή του συστήματος της σεξουαλικότητας, αυτό όμως δεν γίνεται αντιληπτό από τον Foucault.

Επιπλέον, ο Foucault ισχυρίζεται πως υπάρχουν συγκεκριμένες δομές οι οποίες ενεργοποιούν τα υποκείμενα, τη σκέψη τους, τα αισθήματά τους και τις πράξεις τους και την με όλα τα παραπάνω συνδεδεμένη ταυτότητά τους. Αυτό σημαίνει από τη μια ότι το φαντασιακό του εαυτού ως αυτόνομου υποκειμένου με αφηρημένη ανεξάρτητη σκέψη και ελεύθερη βούληση είναι πλασματικό. Τέτοιες εξιδανικευμένες εικόνες του εαυτού είναι γνώρισμα κυρίως του αστικού κόσμου. Αντιθέτως, ο πληθυσμός παραδοσιακών αγροτικών και φεουδαρχικών κοινωνιών θεωρούσε εαυτόν ως λίγο-πολύ απλό εργαλείο των θεών ή του ενός θεού. Από την άλλη, αυτό το νεωτερικό άτομο που θεωρεί πως αυτοκαθορίζεται, αποτελεί μια ιστορικά παραχθείσα πραγματικότητα. Πρόκειται για πραγματικά υποκείμενα που μεταχειρίζονται τον καθένα και τον εαυτό τους ως αντικείμενα και ασυνείδητα παράγουν και κατοικούν τις δομές της νεωτερικότητας. Ότι αυτά τα υποτιθέμενα αυτόνομα υποκείμενα επιπλέον είναι και δομικά αρσενικά, όπως κατέδειξε η φεμινιστική θεωρία, είναι κάτι για το οποίο ο Foucault λέει σχετικά ελάχιστα ή τουλάχιστον δεν το αναγνωρίζει ρητά, καθώς στον δεύτερο τόμο της «Ιστορίας της Σεξουαλικότητας» (Η χρήση των απολαύσεων) επεξεργάζεται ένα μοντέλο ανδρικής υποκειμενικότητας που ταυτίζεται στο μεγαλύτερο μέρος με το αστικό υποκείμενο, αδυνατώντας όμως να δει τον έμφυλο χαρακτήρα της υπόστασής του. 2

Έτσι, βρίσκουμε προβληματική την αδιαφοροποίητη αντίληψη του Foucault για την εξουσία. Ενώ αμφισβητεί την ιδέα της εξουσίας που εδράζει σε κρατικούς θεσμούς, ο ορισμός του για τη σεξουαλικότητα παραβλέπει τη θέση που αυτή κατέχει μέσα στο πλαίσιο των έμφυλων σχέσεων εξουσίας, «τον τρόπο που η σεξουαλική εμπειρία των ανθρώπων διαμορφώνεται εντός συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας και υποταγής και τις διαφορετικές για άνδρες και γυναίκες συνέπειες που αυτές ενέχουν, τον διαφοροποιημένο τρόπο που συντρίβει τις ιδιαίτερες ικανότητές τους και τις συναισθηματικές ζωές τους» (Victor Seidler, Reason, desire and male sexuality).

Τέλος, ο Foucault μέσα στο κλειστό αναλυτικό του σχήμα δεν εμβαθύνει στις δυσκολίες που ανακύπτουν στις προσωπικές και σεξουαλικές σχέσεις ή στην προσπάθεια των υποκειμένων να αλλάξουν τους εαυτούς τους. Έτσι, ανεπίγνωστα υποδαυλίζει την ανδρικής προέλευσης πεποίθηση που κυριάρχησε στη δεκαετία του 1960, ότι το σεξ είναι ένα αγαθό που θα έπρεπε να διατίθεται ελεύθερα, αποσυνδέοντάς το από οτιδήποτε προσωπικό και εύθραυστο, και τις άνισες συνέπειες αυτής της ιδεολογίας πάνω σε άνδρες και γυναίκες.


Σεξουαλική απελευθέρωση;

Το ιδεολόγημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης είναι πανταχού παρόν στον δυτικό κόσμο μετά τη δεκαετία του 1960. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό συνυπάρχει με ένα άλλο ιδεολόγημα: εκείνο της ανικανοποίητης σεξουαλικότητας του σύγχρονου ανθρώπου.

Οι θεωρίες του Freud των αρχών του 20ού αιώνα για τον κεντρικό ρόλο της σεξουαλικότητας στην προσωπικότητα των υποκειμένων διαχύθηκαν τις επόμενες δεκαετίες με επιστημονικοφανή εκλαϊκευμένο τρόπο στο κοινωνικό σώμα και παραμένουν ευρέως κυρίαρχες μέχρι σήμερα, συνθέτοντας ένα πλήρως σεξουαλικοποιημένο πορτραίτο της ανθρώπινης ύπαρξης, με τις αποκλίνουσες σεξουαλικότητες να παθολογικοποιούνται και σε ψυχαναλυτική διάσταση.

Πάνω στο φροϋδιανό υπόβαθρο και με τη συμβολή θεωρητικών όπως ο φροϋδικός μαρξιστής ψυχαναλυτής Wilhelm Reich ή ο ερευνητής Alfred Kinsey δομήθηκε το ιδεολόγημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης που συνόδευσε τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα που ξέσπασαν στον δυτικό κόσμο κατά τη δεκαετία του 1960.

Οι πληθυσμιακές έρευνες του Kinsey στη δεκαετία του 1950 αποκάλυψαν πως ό,τι έως τότε ίσχυε ως διαστροφή, όπως η ομοφυλοφιλία και ο αυνανισμός, είναι ομαλό και φυσικό, και ότι μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού, απ’ όσο πιστευόταν, εξασκούσαν αποκλίνουσες από τη νόρμα σεξουαλικές συμπεριφορές. Στο επίκεντρο τοποθετήθηκε η σεξουαλική ικανοποίηση. Το δίπολο «ομαλό» και «ανώμαλο» αντικαταστάθηκε μ’ αυτό της ικανοποίησης ή μη των επονομαζόμενων «σεξουαλικών αναγκών». Μ’ αυτό το κριτήριο, δεν είχε σημασία η σχέση μέσα στην οποία ξεδιπλωνόταν η σεξουαλικότητα: το καλό σεξ εξισωνόταν με το οργασμικό σεξ.

Από κοντά και ο Reich ισχυρίστηκε πως η απελευθέρωση της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας αποτελεί προτεραιότητα στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, καθώς από εκεί εκπηγάζουν όχι μόνο οι προσωπικές οδύνες, αλλά και η επιθετικότητα, ακόμη και ο φασισμός. Οι απόψεις αυτές βασίστηκαν εν πολλοίς στη σκιαγράφηση του «αυταρχικού χαρακτήρα», στον πυρήνα της συγκρότησης του οποίου ο Reich έβλεπε την καταπιεσμένη παιδική σεξουαλικότητα, λόγω της οποίας μετατοπίζεται το φυσικό και καλό σεξουαλικό ένστικτο σε δευτερεύοντα κοινωνικά ένστικτα που ευθύνονται για μια γκάμα προβληματικών συμπεριφορών, από το βιασμό και την κακοποίηση παιδιών έως τον φασισμό. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, σε μια κοινωνία που θα επέτρεπε την απεριόριστη βίωση της σεξουαλικής ενόρμησης, αυτά θα εξέλειπαν. Επίσης η θεωρία του επικεντρώνεται σε μια κριτική της «οικιακής ευτυχίας» της πυρηνικής οικογένειαςως προϊόντος της αστικής κοινωνίας, θεωρώντας πως στην κατάργησή της θα έπρεπε να προσανατολιστεί το επαναστατικό κίνημα.

Αυτές οι υπεραπλουστευτικές και μηχανιστικές απόψεις υιοθετήθηκαν από τα κομμάτια της κοινωνίας που ήθελαν ριζικό μετασχηματισμό των συνθηκών ζωής τους. Δεν είχε σημασία για το κίνημα ότι η θεωρία αυτή αφορούσε μια σεξουαλικότητα προσανατολισμένη στο πρότυπο συγκρότησης της ανδρικής ταυτότητας. Δεν είχε σημασία ότι ουσιαστικά ο φιλόσοφος της σεξουαλικής απελευθέρωσης δεν απέρριπτε την (πατριαρχική) οικογένεια, παρά μόνο μετατόπιζε, στο πρόταγμά του, το κέντρο βάρους της σεξουαλικότητας από την τεκνοποίηση στο κυνήγι του οργασμού, δηλαδή στις επιδόσεις. Δεν είχε σημασία για το κίνημα ότι ο Reich θεωρούσε τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις ως διαστροφή, ούτε ότι στις περιγραφές του για τις «νέες σχέσεις» δεν αναφέρονται άλλοι λόγοι για τη διατήρηση ή διάλυση μιας σχέσης, εκτός από την αρχή της σεξουαλικής οικονομίας (τη λογική «τα βρίσκουμε στον σεξουαλικό τομέα και διατηρούμε μια σχέση, ή δεν τα βρίσκουμε και διαλύουμε τη σχέση»).

Στις κομμούνες…

Οι κομμούνες που ιδρύθηκαν την εποχή των κινημάτων του ’68 στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο (κυρίως στην κεντρική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική), αποτελούν μια παρακαταθήκη για το πού οδήγησαν αυτές οι αντιφάσεις. Μέσα σε αυτά τα εγχειρήματα υπήρχε η πεποίθηση πως η προσπάθεια γεφύρωσης του ιδιωτικού με το δημόσιο, της πολιτικής δουλειάς με την ιδιωτική σφαίρα (για την οποία επαρκούσε η εξήγηση του καπιταλιστικού διαχωρισμού της ζωής σε μισθωτή εργασία και οικογένεια) θα συντελούσε στην αποδόμηση της προσωπικότητας του ατόμου, που απαξιωνόταν ως μικροαστική, ώστε να αναδυθεί ο επαναστατημένος άνθρωπος.

Από τα κύρια μελήματα του κινήματος υπήρξε η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, που θα έσωζε τις εξεγερμένες συνειδήσεις από το τέλμα όπου βούλιαζε ο σύγχρονος άνθρωπος, μέσα στην αστική κοινωνία της μονογαμικής οικογένειας, με τη βαρεμάρα και την ανικανότητα κρυμμένες στην κρεβατοκάμαρα. Από αυτά θα απελευθέρωνε η νέα ζωή στις κομμούνες: εκεί, ο «νέος άνθρωπος» θα ζούσε και θα απολάμβανε όλες τις σεξουαλικές του επιθυμίες και ανάγκες και θα έλυνε τα επονομαζόμενα «προβλήματα οργασμού». Το αστικό ιδανικό του ρομαντικού έρωτα και του ζευγαριού έπρεπε να σβήσει. Αυτό που αναδύθηκε στη θέση του ήταν γυμνό το σεξουαλικό ένστικτο που χρειάζεται την εκτόνωσή του.

Παράλληλα λοιπόν με τη νεοεισαχθείσα νόρμα της οργασμοκεντρικής σεξουαλικότητας των επιδόσεων, έχουμε τη νόρμα της κατάργησης της θεωρούμενης ως αστικής-καταπιεστικής αγάπης, και σε μια σχέση και στην οικογένεια, δομές οι οποίες, με την απαίτησή τους για αποκλειστικότητα, έβαιναν ενάντια στις αρχές των ριζοσπαστικών προταγμάτων. «Όποιος κοιμάται δυο φορές με το ίδιο άτομο, ανήκει στο κατεστημένο», διακήρυσσε κάποιο σλόγκαν της εποχής.

Το πόσο αντιδραστικές μπορεί να γίνουν οι ουτοπίες των ριζοσπαστικών κομματιών της κοινωνίας φαίνεται όταν παγιώνονται ως νόρμα. Με την παράβλεψη της έμφυλης κοινωνικοποίησης και των (εσωτερικευμένων ή μη) δομών, τα εγχειρήματα αυτά έκαναν στροφή 180 μοιρών, καθώς προκειμένου να ανατραπεί το υπάρχον κοινωνικό συστάθηκαν νέες αυταρχικές νόρμες και αξίες στις οποίες η ατομικότητα, κυρίως των γυναικών, θα αποτύγχανε, εφόσον δεν είχε κοινωνικοποιηθεί για μια τέτοια μορφή σεξουαλικότητας. Με την επιμονή τους να βλέπουν την πραγμοποίηση και την καταπίεση ως αποτελέσματα (π.χ. της οικογένειας) και όχι ως αίτια, τα άτομα παρέμειναν φορείς του υπάρχοντος παρά τις ελευθεριακές δομές που προσπάθησαν να δημιουργήσουν, αφήνοντας άθικτα τα περιεχόμενα στα οποία έπρεπε να κατευθυνθεί η κριτική τους.

Έτσι, οι κομμούνες δεν έγιναν παρά ένα κακό υποκατάστατο της οικογένειας, καθώς η ανάγκη για συναισθηματική και σωματική αναπαραγωγή δεν εξέλειψε από τους φορείς των νέων ιδεών, και στην κομμούνα (πανομοιότυπα όπως και στον «έξω κόσμο») πάλι ανατέθηκε στις γυναίκες αυτός ο ρόλος. Με τη συνεχιζόμενη απαίτηση για επιδόσεις τώρα και στον τομέα των σχέσεων και της σεξουαλικότητας, η συναισθηματική αναπαραγωγή (του «επαναστατικού δυναμικού») δεν υπήρχε λόγος ούτε και τρόπος να καταργηθεί. Όποτε εξέλειψε, αργά ή γρήγορα τα άτομα κατέρρευσαν.

Αυτές όμως ήταν οι εξαιρέσεις. Ο κανόνας ήταν η απελευθερωμένη αντι-αστική σεξουαλικότητα να συνυπάρχει μια χαρά με την αναπαραγωγή, γιατί η γυναίκα ήταν εκεί γι’ αυτό: για να ικανοποιεί τα ένστικτα, να περιθάλπει συναισθηματικά, να δακτυλογραφεί τα κείμενα και να μεγαλώνει τα παιδιά του κουρασμένου πρωταγωνιστή των κοινωνικών κινημάτων.

Όπως ήταν επόμενο, οι γυναίκες ένιωθαν ότι αποτυγχάνουν μέσα σ’ αυτά τα εγχειρήματα και, με ισχυρό αίσθημα μειονεξίας και ανεπάρκειας μπροστά στα απελευθερωτικά προτάγματα των εξεγερμένων ανδρών, μισούσαν τον εαυτό τους. Οι δικές τους ικανότητες που αποκτήθηκαν μέσα από την κοινωνικοποίησή τους, δηλαδή η ετοιμότητα για σύναψη δεσμών, η ανάγκη για αγάπη και σχέσεις, τώρα θεωρήθηκαν απλώς «αστικές», ενώ το κυνήγι των σεξουαλικών επιδόσεων με την επίφαση των ενστίκτων που διψούν για απελευθέρωση δεν θεωρήθηκε αντιφατικό με τα αντιεξουσιαστικά προτάγματα αλλά «ερωτική εξεγερτική διαδικασία».

O φεμινιστικός λόγος που εμφανίστηκε στις κομμούνες περιόρισε αυτήν την άνιση προσέγγιση των ζητημάτων, αλλάζοντας δομικά την αντιμετώπισή τους με βάση την ανάλυση της πατριαρχίας. Φυσικά, η εξέλιξη αυτή δεν έγινε ανώδυνα. Δεν ήταν ευχάριστο για όσους έχριζαν εαυτόν «επαναστατικό υποκείμενο» να πληροφορηθούν ότι έχουν «αστικό πούτσο». Από την άποψη των συνεπειών που είχε στις γυναίκες των ριζοσπαστικών εγχειρημάτων (σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξής τους) η επιβολή του ιδεολογήματος της σεξουαλικής απελευθέρωσης, προέκυψαν βιωματικά κείμενα που συνιστούν ζωντανή απομυθοποίησή της.3 Οι καρποί των φεμινιστικών αγώνων υπάρχουν και έχουν γίνει βασικά συστατικά στοιχεία των ριζοσπαστικών κινημάτων σε διάφορες μακρινές χώρες.

Στην Ελλάδα, όλες αυτές οι αντιλήψεις, μαζί με το πρακτικό τους αντίκρισμα εμφανίστηκαν μετά τη μεταπολίτευση. Ο φεμινιστικός λόγος, παρόλο που εμφανίστηκε και εδώ σε πολύ δυναμικές εκδοχές, πολεμήθηκε από τις βαθιές πατριαρχικές δομές που υπάρχουν εντός και εκτός των κινημάτων. Τα πιο ριζοσπαστικά κινηματικά κομμάτια κατέφυγαν σε μια αναμενόμενη επιλεκτικότητα των στοιχείων εκείνων που εξυπηρετούσαν τα ανδρικά σεξουαλικά και συναισθηματικά συμφέροντα, ενώ το περιεχόμενο των φεμινιστικών αγώνων αποσιωπήθηκε και, με ευθύνη ενός κινηματικού χώρου με σαφή πατριαρχικά χαρακτηριστικά, δεν έμεινε τίποτα ορατό από το παρελθόν αυτό, πέρα από εκλάμψεις μειοψηφικών φορέων του.


…και στον έξω κόσμο


Όταν στη δεκαετία του ’60 η διαφήμιση εισβάλει σε όλα τα μικροαστικά νοικοκυριά με εικόνες σεξουαλικά επιθυμητών γυναικών που διαφημίζουν αυτοκίνητα και τσιγάρα, με νεανικά περιοδικά που επαινούν τις προγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις, με τη μίνι φούστα και τα αντισυλληπτικά χάπια, διαδίδοντας τη «σεξουαλική επανάσταση», τα ριζοσπαστικά πολιτικά κομμάτια της κοινωνίας θεώρησαν πως στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα σεξουαλικής απελευθέρωσης και πως οι κοινωνικά κατασκευασμένες ενορμήσεις πρέπει να καταπιεστούν, γιατί παρουσιάζουν μέσω των καταναλωτικών αγαθών μια ψεύτικη ζωή που αποκρύπτει τη γνήσια.

Όσο δίκιο κι αν έχει ο λόγος του ριζοσπαστικού κινήματος που αναγνωρίζει την εξορθολογισμένη κοινωνία ως βάση για την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλισμού, με τη μηχανιστική σκέψη, την ποσοτικοποίηση και την πολυδιάσπαση της ζωής ως αναγκαία συστατικά της, εδώ ξεπέφτει σε μια επιφανειακή αντικαταναλωτική κριτική όπου ο «γνήσιος φυσικός κόσμος» αντιπαρατίθεται στην ψευδή εικονική καταναλωτική σφαίρα. Η αδυναμία κατανόησης της διαλεκτικής της κοινωνίας οδηγεί σε μυστικοποιήσεις του τύπου «φυσικό» και «μη», ώστε να μη γίνεται αντιληπτό πως αυτό που καταπιέζεται δεν είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου (παρουσιαζόμενου ως άφυλου και ενιαίου υποκειμένου), αλλά τα μέρη του ανθρώπινου που δεν χωράνε στην ταυτότητα που καθορίζεται για το υποκείμενο-νόρμα: τον φορέα του ανδρισμού. Ο άνδρας καταπιέζει πλευρές του εσωτερικού του κόσμου λόγω του τρόπου που συγκροτείται ως υποκείμενο – αυτή είναι η ανδρική αλλοτρίωση. Οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι/ες και οτιδήποτε «εκπίπτει του ανδρισμού» και των αναγκών του, γίνονται το αντικείμενο στο οποίο προβάλλονται όλα εκείνα τα στοιχεία που πρέπει να υποταχθούν, προκειμένου το υποκείμενο να εγκαθιδρύσει μια ανδρική σχέση με τον εαυτό του. Κατά συνέπεια, καταπιέζονται. Όλα αυτά συμβαίνουν στα άτομα με έναν τρόπο που τους διαφεύγει. Η αποσιωπημένη έμφυλη τάξη πραγμάτων φροντίζει γι’ αυτό.

Κλείνοντας την ανάλυση της ρητορείας περί σεξουαλικής απελευθέρωσης, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο λόγος περί σεξουαλικής απελευθέρωσης δεν είναι απλά άλλος ένας λόγος για μια σεξουαλικότητα φυλακισμένη από την εξουσία, ένας λόγος που απλώς διεκδικεί επαναστατικά εύσημα για τους φορείς του. Σίγουρα υπάρχει και αυτή η πλευρά, όμως πολύ περισσότερο πρόκειται για την επιβολή μιας νέας μορφής ελέγχου και πειθάρχησης, και μάλιστα πολύ βασικής για τις μετασχηματιζόμενες κοινωνικές σχέσεις. Η πειθάρχηση δεν ασκείται ώστε το άτομο να ελέγχει την ομαλή σεξουαλικότητά του, αλλά για χάρη μιας νέας νόρμας: Το κυνήγι του καλύτερου οργασμού δεν αφορά πια τη σύσταση του εργατικού δυναμικού, αλλά τη σύσταση του καταναλωτικού δυναμικού.

Αυτό δεν σημαίνει πως διακρίνουμε απλώς και μόνο την καταναλωτική-εμπορευματική κοινωνία να διαπερνά με το λόγο της τα υποκείμενα σε όλες τις εκφάνσεις του είναι τους. Σημασία για μας έχει πως οι πατριαρχικά καθορισμένες επιστρώσεις των έμφυλων υποκειμένων αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση και διατήρηση του υπάρχοντος.


The male machine

Οι κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με την ανδρική σεξουαλικότητα ορίζουν την τελευταία ως μια πιεστική φυσική ανάγκη που έχει την έδρα της στο ανδρικό όργανο. Δεν αποτελεί μια σωματική επιθυμία που θα μπορούσε να λειτουργεί σε συνάρτηση με τον πνευματικό και ψυχικό εαυτό, αλλά μια συσσωρευμένη ενέργεια που χρήζει άμεσης αποφόρτισης. Ο προσδιορισμός αυτός της ανδρικής σεξουαλικής εμπειρίας ως «καύλας» θεωρείται ότι συνεπάγεται την απέκδυση κάθε ψυχικής και συναισθηματικής διάστασης, συνεπάγεται τη διχοτόμηση του ανδρικού σώματος σε πάνω / κάτω, λογικό / σεξουαλικό. O άνδρας κατά τη σεξουαλική υπερδιέγερση υποτίθεται πως δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του με τη λογική. Το κάτω μέρος, κυριαρχούμενο από το ένστικτο της «καύλας», αυτονομείται από το πνευματικό πάνω και θεωρείται ότι είναι εκείνο που υπαγορεύει και ορίζει την ανδρική σεξουαλική συμπεριφορά. Εφόσον αυτό το θεωρούμενο ως φυσικό ένστικτο, η «καύλα», αρκείται σε μια ανάγκη αποφόρτισης του κάτω μέρους του ανδρικού σώματος, τότε ο παθητικός δέκτης αυτής της αποφόρτισης μπορεί να είναι το κάτω μέρος του σώματος μιας γυναίκας, ενός άνδρα πιο σπάνια, ή ακόμη και οι τρύπες ενός τούβλου.

Καμιά φορά, όταν ακούω εμάς τους άνδρες να μιλάμε για μια γυναίκα,

είναι σαν να μιλάμε για κάποιο πρόσωπο που δεν είναι πραγματικό.

Michael Kaufmann, Cracking the armour – Power, Pain and the Lives of Men

Η σεξουαλική αντικειμενοποίηση συνιστά κυρίαρχη συνθήκη της ανδρικής σεξουαλικότητας. Η γυναίκα είναι το αντικείμενο εκείνο πάνω στο οποίο θα αποφορτιστεί το σεξουαλικό δυναμικό του πιο φετιχοποιημένου σωματικού μέρους, του πέους, αυτού του αντικειμένου εξουσίας πάνω στο οποίο επενδύεται τόση ψυχολογική και πολιτισμική ενέργεια στην πατριαρχική κοινωνία. Ό,τι θα υποδεχτεί αυτή την ενέργεια δεν είναι ένα πρόσωπο που έχει εαυτό, ατομικότητα, αλλά ένα πράγμα-παθητικός αποδέκτης που είναι πάντα εκεί γι’ αυτόν, πρόθυμη να ικανοποιήσει κάθε όρεξή του, να προλάβει τις επιθυμίες του, να εκπληρώσει τις φαντασιώσεις του. Το σχήμα αυτό για να λειτουργήσει προϋποθέτει την ανδρική αλλοτρίωση.

Όταν ένα αγόρι μαθαίνει πώς να γίνει άνδρας, εμποτίζει το σώμα του με κοινωνικές σημασίες. Τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά που συνδέονται με τον ανδρισμό στον πολιτισμό μας είναι ο έλεγχος, η δύναμη, η επιβολή, η σκληρότητα, η ανταγωνιστικότητα, η επιθετικότητα και η βία. Μια συνήθης προσβολή που εκτοξεύουν τα αγόρια

και οι έφηβοι μεταξύ τους είναι η κατηγορία ότι κάποιος είναι «κορίτσι», δηλαδή υπολείπεται σε δύναμη, ή ο χαρακτηρισμός «αδερφή/πούστης», που θεωρείται παράγωγο του «κοριτσιού» και παραπέμπει στην εκθήλυνση ως μειονεξία.

Ένας από τους μηχανισμούς κατασκευής επιθυμιών, απόλυτα συμβατός με το ανδροκεντρικό μοντέλο της σεξουαλικότητας είναι η πορνογραφία, καθώς κατασκευάζει και αναπαράγει συμπεριφορές που καταφάσκουν σ’ αυτόν τον κυρίαρχο κώδικα. Η πορνογραφία μάς απασχολεί στο βαθμό που αναπαριστά ό,τι αυτός ο κυρίαρχος σεξιστικός κώδικας σημαίνει για το μεγαλύτερο μέρος του κοινού της, που καθόλου τυχαία είναι ανδρικό.

Η αποξένωση των ανδρών από συγκεκριμένα κομμάτια του ψυχισμού τους, από τα βιώματα και τα σώματά τους, τους αναγκάζει να τοποθετούνται σε μια εξωτερική θέση παρατηρητή όσον αφορά την ίδια τους την ύπαρξη: Μπορούν έτσι να αναλαμβάνουν και να διεκπεραιώνουν καθήκοντα και επιτεύγματα, όμως κωφεύουν στα ίδια τους τα αισθήματα, συναισθήματα και επιθυμίες. Αν το βασικό κέντρο των ανδρών βρίσκεται στο κεφάλι, δεν αποτελεί έκπληξη ότι καταλήγουν να βιώνουν τη σεξουαλικότητά τους ως νοητική εμπειρία.

Καθώς η σεξουαλικότητα απαιτεί απ’ αυτούς τον συναισθηματικό αυθορμητισμό και την παραίτηση από τον έλεγχο, στην οποία ανέκαθεν έμαθαν να είναι καχύποπτοι, ο μόνος τρόπος να δουν τη σεξουαλικότητα ως ζήτημα ελέγχου είναι να τη διαχωρίσουν από τη στενή προσωπική επαφή και τη συναισθηματική εγγύτητα. Η αντικειμενοποιημένη γυναίκα στην πορνογραφική απεικόνιση αντιπροσωπεύει όχι τις γυναίκες στην πραγματική τους υπόσταση, αλλά αυτή την πλευρά του αρσενικού εαυτού που παραμένει συνδεδεμένη με συναισθήματα ανάγκης, αδυναμίας και εξάρτησης. Αυτήν την πλευρά που κοινωνικά απαιτείται από τα νεαρά αγόρια να συντρίβουν μέσα τους, ως αντάλλαγμα για το κύρος και την εξουσία που συνοδεύουν την πραγμάτωση της ανδρικής ταυτότητας.

Η πορνογραφία εγγυάται άσκηση ελέγχου χωρίς την απειλή της συναισθηματικής εγγύτητας: Έτσι η πορνογραφική εικόνα γίνεται δομικό στοιχείο του τρόπου που οι άνδρες χτίζουν την πραγματικότητά τους, αντικειμενοποιώντας το μη-αρσενικό, ερωτικoπoιώντας την κοινωνική δύναμη των ανδρών, μεταφέροντας στερεότυπα για την ερωτική έλξη. Η βία ισοδυναμεί με δύναμη: τυλίγεται με μυστήριο και βρίσκει την ενσάρκωσή της σε ένα αντικείμενο ερωτικής έξαψης. Το πορνό μεταχειρίζεται τις γυναίκες ως σεξουαλικά κτήματα των ανδρών, διατηρεί τη διχοτόμηση της παρθένας και της πόρνης, προσθέτovτας τη μισογύνικη διαστρέβλωση ότι μέσα σε κάθε παρθένα κρύβεται μια πόρνη που περιμένει να εκδηλωθεί. Δεν θα ’πρεπε να μας εκπλήσσειότι τα πέη είναι σύμβολα εξουσίας στο πορνό, ούτε ότι οι άνδρες παρουσιάζονται ως ικανοί να κυριαρχούν στις γυναίκες και ότι οι γυναίκες έχουν τους δικούς τους τρόπους αποπλάνησης για να ελέγχουν τους άνδρες. Ούτε ότι οι γυναίκες, όχι μόνο στην πορνογραφία βέβαια, αλλά και στον καθημερινό «έξω κόσμο», αξιολογούνται για τα σώματά τους πρωτίστως παρά για το μυαλό και την ψυχή τους, δηλαδή αξιολογούνται ως φορείς μιας σεξουαλικότητας που ενδιαφέρει (αν είναι «τυχερές»…) ή δεν ενδιαφέρει τους άνδρες, και όχι ως άνθρωποι. Όλα αυτά και πολλά ακόμα είναι παραδείγματα των ίδιων ιδεών και αξιών που διατρέχoυν τις πατριαρχικές κοινωνίες.

Οι πορνογραφικές εικόνες όμως δεν υπάρχουν μέσα σε κοινωνικό κενό.

Η ίδια η υπόσταση της πορνογραφίας συνδέεται με την ικανοποίηση και εκτροφή των ανδρικών σεξουαλικών ορέξεων. Όπως το φαινόμενο του trafficking οριοθετήθηκε ανταποκρινόμενο στις ανδρικές απαιτήσεις να διευρυνθούν οι πορνικές υπηρεσίες για τις δικές τους φαντασιώσεις, το πορνογραφικό υλικό προσφέρει αυτό που οι άνδρες θέλουν να δουν και να ακούσουν, την πιο κολακευτική επιβεβαίωση αυτού που μπορούν να κάνουν ανά πάσα στιγμή εφόσον το θελήσουν. Ένας λόγος για τον οποίο είναι δύσκολο να οριστεί το πορνό είναι πως δεν ξεκινά και δεν τελειώνει στην πόρτα του βίντεο κλαμπ ή του στριπτιζάδικoυ, ούτε στο περίπτερo με τα περιοδικά. Οι ίδιες εικόνες, ιδέες και αξίες διαπερνούν όλη την κοινωνία. Σε μια κοινωνία που είναι πατριαρχική και καταναλωτική, υπάρχει κάτι σαν πορνογραφικό συνεχές. Η πορνογραφία δεν είναι η ρίζα του σεξιστικού Κακού. Είναι μια από τις πολλές σφαίρες όπου βρίσκουμε ενδείξεις σεξισμού και στις οποίες ο σεξισμός αναπαράγεται. Όλη η πορνογραφία υφίσταται γιατί συνδέεται με τη σεξουαλικότητα κάποιου άνδρα, κάπου, κάπως.

Η ίδια η γλώσσα προδίδει το πορνογραφικό συνεχές που διέπει την κοινωνία: «Ο άνδρας γαμάει τη γυναίκα». Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Κάθε αγόρι μεγαλώνει και κοινωνικοποιείται σε έναν κόσμο στον οποίο το σεξ σημαίνει την ηδονή που αντλείται από την κατάκτηση της γυναίκας.

Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, η πορνογραφία αποκαλύπτει τι χρειάζεται ένας άνδρας για να νιώσει αληθινός και ποιες είναι οι συνέπειες των σεξουαλικών χειρισμών του, όχι πια σε εικονικές, αλλά σε αληθινές γυναίκες. Η ανδρική σεξουαλικότητα, δομημένη πάνω στη βία, σωματική και ψυχολογική, στην περιφρόνηση για το θηλυκό κορμί, μέσα από την οποία και στον αντίποδα της οποίας επιτυγχάνεται η απόλυτη αίσθηση ανδρισμού, τα κατοχυρωμένα δικαιώματα ενός άνδρα να εξαναγκάζει στο σεξ, να χρησιμοποιεί το κορμί ενός άλλουατόμου σαν να είναι ένα κομμάτι κρέας, να τραυματίζει και να εξουθενώνει προς χάριν της δικής του ικανοποίησης, είναι εικόνες που, έχοντας βάση σε κοινωνικές δομές, παρελαύνουν σ’ ένα πορνογραφικό υλικό προορισμένο να ερεθίσει. Και τα καταφέρνει γιατί βρίσκει ανταπόκριση σ’ ένα μοντέλο που τρέφεται από τα ίδια ή παρόμοια μοτίβα.

Το πορνό γίνεται απλά το μέσο για να επιβεβαιώσει ένας άνδρας στον εαυτό του και στους άλλους ότι είναι πραγματικός άνδρας, να γίνει αποδεκτός από την ανδρική αδελφότητα συμμετέχοντας στην κοινότητα του ανδρικού βλέμματος που κατευθύνεται προς το σεξουαλικοποιημένο αντικείμενο (οποια/οσδήποτε ή οτιδήποτε κι αν είναι αυτό).

Αν ξεφυλλίσουμε τα σχετικά περιοδικά ή δούμε ένα βίντεο, θα διαπιστώσουμε πως πολλές εικόνες δείχνουν σχετικά επιθετικούς άνδρες που ενδιαφέρονται για τη δική τους ικανοποίηση. Σκοπός μπορεί να είναι η διέγερση του αρσενικού θεατή, αλλά τα περιοδικά είναι γεμάτα και από εικόνες γυναικών που αυνανίζονται, γυναίκες που σπαράζουν από έκσταση στην αγκαλιά του εραστή, γυναίκες που κάνουν έρωτα με άλλες γυναίκες και γυναίκες που υπομονετικά εξηγούν πώς θέλουν να ικανοποιηθούν. Η πορνογραφία εξακολουθεί να διαστρεβλώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, γιατί αναπαριστά τις ανδρικές εικόνες για τη γυναικεία επιθυμία. Η εικόνα που προβάλλεται πάνω στη γυναίκα μοιάζει ύποπτα με μια εξιδανικευμένη εικόνα της ανδρικής σεξουαλικότητας: Πάντα το θέλουν και το αναζητούν, πάντα έτοιμες γι’ αυτό, και κυρίως: αυτό που θέλουν είναι ο πούτσος. Εικόνα ή πραγματικότητα, στον πορνογραφικό κόσμο έρχονται τα πάνω κάτω. Δεν είναι οι άνδρες τώρα που πρέπει να κυνηγούν, να κάνουν τις κινήσεις που λαχταρούν κάτι που τους στερούν: κάθε δρόμος, κάθε εστιατόριο, κάθε σχολική αίθουσα, κάθε γυμναστήριο, κάθε κρεβατοκάμαρα βρίθουν γυναικών που θέλουν να ξεσκίσουν τα ρούχα ενός άνδρα εδώ και τώρα. Η γυναίκα είναι (γιατί πρέπει να είναι) διαθέσιμη κάθε στιγμή. Άλλωστε ο τρόπος θέασης είναι αρσενικός, όπως κι αν αντιμετωπίζουν οι γυναίκες τη συμμετοχή τους σ’ αυτό το ανδρικό παιχνίδι.

Προκειμένου να σχετιστούν με το αντικειμενοποιημένο γυναικείο σώμα, οι άνδρες πρέπει να αντικειμενοποιήσουν και τα δικά τους σώματα. Το αναγκαίο συμπέρασμα στον πορνογραφικό μύθο της άμεσης διαθεσιμότητας των γυναικών είναι ο μύθος της διαρκούς ετοιμότητας των ανδρών.

Το σκληρό σαν βράχος πέος αντιπροσωπεύει τη συνύπαρξη δύναμης και επιθυμίας. Η επιθυμία εξισώνεται μεν με τη δύναμη, αλλά μόνο με ένα συγκεκριμένο είδος της: τη δύναμη να εξουσιάζεις, ναβιάζεις, να ελέγχεις. Η παρακολούθηση πορνογραφίας είναι ένας παθητικός εορτασμός μιας ορισμένης ενεργητικής ανδρικής δύναμης και ως τέτοια συμβάλλει στην εδραίωση του ορισμού του ανδρισμού. Γι’ άλλη μια φορά βλέπουμε τη συνέχεια ανάμεσα στις δομές της γυναικείας καταπίεσης και της συγκρότησης της ανδρικής ταυτότητας.

H ίδια η διαδικασία παρακολούθησης πορνογραφικού υλικού δεν είναι τυχαία, καθώς με τη σειρά της απαγορεύει την παραμικρή σκέψη κι ευαισθησία πάνω στο υλικό που καταναλώνεται. Η ίδια η δομή του υλικού αυτού δηλαδή υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα ειδωθεί. Η πορνογραφία παρακολουθείται συνήθως σε σύντομες δόσεις με στόχο την επίτευξη αυτού που θεωρείται σεξουαλική εκτόνωση/ικανοποίηση. Αποτελεί δηλαδή έναν διοργανωτή-συντονιστή του αυνανισμού. Προφανώς, συχνά πολλοί άνδρες δεν βλέπουν ολόκληρη μια πορνογραφική ταινία – κι αν ναι, τότε με κατάχρηση του κουμπιού “fast-forward”. Βλέποντας την πορνογραφική ταινία μ’ αυτόν τον αποσπασματικό κι επιλεκτικό τρόπο, η σεξουαλική ηδονή κυριαρχεί στην κατανάλωση του υλικού, επομένως δυσκολεύεται κανείς να αντιληφθεί τι κρύβεται πίσω από τη στύση του (ακόμα κι αν ήθελε δηλαδή να το αντιληφθεί…). Αν όμως αναγκαστεί κανείς να δει πολλές ταινίες, αμέτρητες, τη μία μετά την άλλη, τοποθετείται σε έναν εξαντλητικό μαραθώνιο όπου η ηδονή του σιγά σιγά έχει κορεστεί και το πάλαι ποτέ αχόρταγο βλέμμα του κουράζεται. Τότε η υποβόσκουσα ιδεολογία της πορνογραφίας αρχίζει να αποκαλύπτεται. Αφού ξεπεραστεί το όριο σεξουαλικής αντοχής του μαραθωνοδρόμου αυνανιστή, δύσκολα πια αυτός μπορεί να παραβλέψει τον συμπυκνωμένο μισογυνισμό και την υπόγεια (αν και συχνά, όχι και τόσο υπόγεια…) βία που διέπει πολλές από τις mainstream πορνογραφικές ταινίες. Σιγά σιγά ο εξαντλημένος και καθηλωμένος θεατής, πρώην αυνανιστής, ίσως αρχίσει να βιώνει μια συμπόνια για τη γυναίκα-πρωταγωνίστρια της ταινίας, που ταπεινώνεται π.χ. καταπίνοντας το σπέρμα πλείστων ανδρών που διαδοχικά εκσπερματώνουν μέσα στο στόμα της ο ένας μετά τον άλλο, ή που δέχεται διείσδυση σε τρία σημεία του σώματός της ταυτόχρονα, και άλλες τέτοιες «ερωτικές σκηνές» που απευθύνονται στον καυλωμένο χρήστη του υλικού.

Η συμπόνια που προαναφέρθηκε, ουσιαστικά είναι ο εφιάλτης του παραγωγού της ταινίας, εφόσον το (ανδρικό στην πλειοψηφία του) κοινό θα ’πρεπε να ταυτιστεί με τους άνδρες της ταινίας, όχι με τις γυναίκες. Αν ένας άνδρας αναρωτηθεί «Μα αρέσει σε μια γυναίκα να δέχεται διείσδυση από τρεις άνδρες ταυτόχρονα;», το παιχνίδι της πορνογραφίας έχει τελειώσει. Για να λειτουργήσει επιτυχώς όλο αυτό, οι γυναίκες πρέπει να παραμείνουν υπάνθρωποι. Αν μια γυναίκαστην πορνογραφία κατά λάθος εμφανιστεί ως κάτι παραπάνω από «υποδοχέας πούτσων» (με τα λόγια του Max Hardcore, παραγωγού ακραίων πορνογραφικών ταινιών), τότε οι άνδρες που αναζητούν ηδονή ίσως αρχίσουν να αναρωτιούνται πώς να αισθάνεται πραγματικά η γυναίκα που συμμετέχει στη σκηνή – ο άνθρωπος που είναι αυτή η γυναίκα.

Η πορνογραφία αποκαλύπτει στη σεξουαλικότητα των ανδρών για τους οποίους παράγεται μια εμμονή στην καταπίεση και τον εξαναγκασμό προκειμένου να υπάρξει ερεθισμός, ερωτικοποιημένο ρατσιστικό μίσος, φετιχoπoiηση της στύσης και αφοσίωση στη διείσδυση, μια εμμονή στη διαπροσωπική διαφορά εξουσίας και μια ερωτικοποιημένη δέσμευση για βία – και μέσα απ’ όλα αυτά μια χυδαία προσπάθεια επιβολής του ανδρισμού πάνω και ενάντια στις γυναίκες. Οι μόνες όψεις της ανδρικής σεξουαλικότητας που δεν μπορούν να παρατηρηθούν μελετώντας την πορνογραφία είναι αυτές που δεν έχουν αλλοτριωθεί κοινωνικά για να ανταποκρίνονται στην πορνογραφία, όποιες κι αν είναι αυτές οι παραλλαγές. Πέρα από αυτό όμως, η πορνογραφία είναι σχεδόν το πιο αξιόπιστο στοιχείο που έχουμε για την ανδρική ταυτότητα και τη σεξουαλικότητα που αυτή συνεπάγεται.

Παρακολουθήσαμε συνοπτικά πώς δομήθηκε διιστορικά το κυρίαρχο μοντέλο σεξουαλικότητας, το οποίο, με όλες τις παραλλαγές του, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ριζικά. Διαπιστώσαμε κάποιες από τις στερεότυπες εμφανίσεις του ανδρισμού που εκκινούν από το πεδίο της σεξουαλικότητας αλλά προφανώς δεν αφορούν μόνο αυτό. Τα πράγματα στον τομέα αυτόν θεωρούνται συγκεχυμένα όσο αποφεύγεται η πολιτική τους ανάγνωση. Η δομική τους υπόσταση αγνοείται, εφόσον όλα κρίνονται μερικά και σε επίπεδο αποσπασματικών συμπεριφορών. Είναι έργο μιας ευρύτερης εργασίας να αναζητηθούν οι σύγχρονες εκδοχές ανδρισμού και θηλυκότητας, οι μορφές και τα περιεχόμενα τους, μιας εργασίας που θα αποδομήσει το προσωπικό και το πολιτικό μαζί με τις ταυτότητες φύλου και τις σεξουαλικές μας ταυτότητες.

-----------------------------------------------------


1 Στον σουηδικό ποινικό κώδικα του 1734 αναφέρεται για πρώτη φορά η κατηγορία του «σοδομισμού» και των «ανάρμοστων πράξεων», για τις οποίες προβλέπεται θανατική ποινή δι’ αποκεφαλισμού.

2 Foucault και φεμινιστική κριτική: Σε γενικές γραμμές το συνολικό έργο του Foucault, παρά τις διάφορες φεμινιστικές κριτικές που δέχτηκε, προώθησε τη φεμινιστική θεωρία, καθώς στη βάση της φουκωικής έννοιας της εξουσίας ως αντικειμένου άσκησης παρά κατοχής, ως εξουσίας που διαχέεται μέσα σε όλο το κοινωνικό σώμα παρά εκπορεύεται από πάνω προς τα κάτω, και ως παραγωγικής παρά καταπιεστικής, διάφορες φεμινιστικές τάσεις αμφισβήτησαν μια αποτίμηση των έμφυλων σχέσεων που επικεντρωνόταν στο δίπολο κυριαρχία / υποταγή και μετατόπισαν το κέντρο βάρους τους προς μια ανάλυση που να περιλαμβάνει περισσότερες αποχρώσεις όσον αφορά το ρόλο της εξουσίας στη ζωή των γυναικών, εξερευνώντας τους περίπλοκους τρόπους με τους οποίους οι γυναικείες εμπειρίες, η γυναικεία αυτοσυνείδηση, συμπεριφορά και ικανότητες κατασκευάζονται μέσα σε και από σχέσεις εξουσίας, και καταδείχνοντας συγκεκριμένες μορφές έμφυλων σχέσεων εξουσίας σε μικροπολιτικό επίπεδο, με στόχο να διακρίνουν συγκεκριμένες δυνατότητες αντίστασης και κοινωνικής αλλαγής.

Κάποιες φεμινίστριες είδαν στον ισχυρισμό του Foucault ότι το σώμα είναι το κυριότερο πεδίο δράσης της εξουσίας στη σύγχρονη κοινωνία, μια αφετηρία για την ανάλυση του κοινωνικού ελέγχου των γυναικών μέσω των σωμάτων και της σεξουαλικότητάς τους. Εκκινώντας από την φουκωική αμφισβήτηση της αμετάβλητης φύσης και τη σχετικιστική αντίληψη για την αλήθεια, οι φεμινίστριες επιδίωξαν να δημιουργήσουν έναν θεωρητικό χώρο για να εκφραστούν απόψεις, πολιτικές προοπτικές και συμφέροντα υποκειμένων έως τότε περιθωριοποιημένων, αποφεύγοντας τις γενικεύσεις των δυτικών, λευκών, ετεροσεξουαλικών, μεσοαστικών φεμινισμών.

Τέλος, η θεωρία του Foucault για τη σύγχρονη εξουσία καθίσταται προβληματική καθ’ όσον υποβιβάζει τα άτομα σε «πειθήνια σώματα» αντί να τα αναγνωρίζει ως υποκείμενα ικανά να αντισταθούν στην εξουσία. Ο ολοκληρωτισμός της αντίληψης του Foucault για το υποκείμενο ως αποτέλεσμα της εξουσίας έχει δεχτεί ποικίλες κριτικές, γιατί αρνείται το απελευθερωμένο υποκείμενο και, από μια φεμινιστική οπτική, καταδικάζει τις γυναίκες σε συνεχή καταπίεση. Η Nancy Hartsock αναφέρει: «Γιατί ακριβώς τη στιγμή που τόσες πολλές από εμάς που έως τώρα σιωπούσαμε, αρχίσαμε να απαιτούμε το δικαίωμα να κατονομάζουμε τον εαυτό μας και να ενεργούμε ως υποκείμενα αντί γα αντικείμενα της ιστορίας, τότε ακριβώς η έννοια της υποκειμενικότητας γίνεται προβληματική;».

3Ένα από τα πιο γνωστά που μεταφράστηκαν στην Ελλάδα είναι το «Τέλος της ντροπής» της Αnja Meylenbelt.

0 Comments:

Post a Comment