Nov 19, 2007


Το «φύλο» είναι μια ιδεατή κατασκευή η οποία υλικοποιείται δια της βίας μέσα στο χρόνο. Δεν είναι ένα απλό στατικό γεγονός ή μια στατική κατάσταση του σώματος, αλλά μια διαδικασία μέσω της οποίας τα ρυθμιστικά κανονιστικά πρότυπα υλικοποιούν το «φύλο» και επιτυγχάνουν αυτήν την υλικοποίηση μέσω μιας βίαιης επανεπιβεβαίωσης αυτών των κανονιστικών προτύπων.

Judith Butler, Σώματα που έχουν σημασία

Η έννοια του σώματος συνίσταται σε μία απάτη: ανάγεται στη φύση και στον αδιαπραγμάτευτο, σχεδόν ιερό της χαρακτήρα, ενώ ανήκει στον πολιτισμό και την ιστορία, τη γλώσσα, την κοινωνία. Παρά τη ρευστότητα και πληθωρικότητα των αναπαραστάσεων, περιεχομένων και συμβολικών σημασιών με τις οποίες νοηματοδοτήθηκε το σώμα στην ιστορία (φυλακή ψυχής για τον χριστιανισμό, κατακερματισμένο μηχανικό σώμα για τον διαφωτισμό), εξακολουθεί κοινωνικά να διατηρεί την αξιοπιστία ενός μονολιθικού, φυσικού «αντικειμένου» το οποίο καθένας «κατέχει», προσφέροντας μία στέρεη υλική βάση πάνω στην οποία και μέσω της οποίας κάθε πολιτισμός ενέγραφε και κατασκεύαζε τις φαντασιακές του σημασίες, δομώντας ολόκληρα πολιτικά συστήματα – συστήματα εκμετάλλευσης, καταπίεσης και ιεραρχίας.

Η απόπειρα να αντικειμενοποιηθεί, να φετιχοποιηθεί το σώμα είναι ένα εγχείρημα ανιστόρητο και πολιτικά ύποπτο. Το φύλο αποτελεί κεντρική συνιστώσα της διαδικασίας αυτής. «Tο σώμα θα αποτελέσει το θεμέλιο της έμφυλης διαφοράς από τον 18ο αι. και μετά» αποδεικνύει ο Laqueur (Κατασκευάζοντας το φύλο), οπότε και φυσικοποιήθηκε η έμφυλη διαφορά, ανάγοντας τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα (που μέχρι τότε νομιμοποιούνταν από μεταφυσικές δοξασίες) σε μια βιολογία αμετακίνητη, προκοινωνική, αναμφισβήτητη, που δεν αποτελούσε τίποτα άλλο παρά ακόμα μια κοινωνική και πολιτισμική κατασκευή. Η Φύση θα γίνει το υποκατάστατο του Θεού. Η Εύα κόβεται και ράβεται από το νυστέρι του Ορθού Λόγου. Δεν είναι πια η μισή πλευρά του Αδάμ, είναι το Άλλο του. Έγινε λοιπόν ο χρόνος και ο τόπος του σώματος ο κόμβος όπου συναντώνται το βιολογικό και κοινωνικό και οι μεταξύ τους μεταφορές, διασταυρώσεις και αντανακλάσεις. Η βιολογικοποίηση του κοινωνικού επιτεύχθηκε γιατί κανείς δεν θα αμφισβητήσει το κύρος της εξορθολογισμένης σάρκας στις αφηγήσεις της νεωτερικότητας, όπως δεν αποκαθηλώνεται ο θείος λόγος στις θεολογικές αφηγήσεις. Η συζήτηση κλείνει στην παραμι κρή έκκριση ορμόνης, εφόσον όλες οι ανθρώπινες συμπεριφορές και δραστηριότητες ανάγονται καταρχάς στη βιολογία, περιορίζοντας έτσι επικίνδυνα τις δυνατότητες ποικιλομορφίας τους.

Η θεωρία της κοινωνιοβιολογίας έχει μια εγγενή ιδεολογική διάσταση, για την ακρίβεια, μια βαθιά ιστορική σχέση με τον δυτικό ανταγωνιστικό καπιταλισμό.

Marshall Sahlins, Χρήσεις και καταχρήσεις της βιολογίας

Η Londa Sciebinger (Σκελετοί στη ντουλάπα, οι πρώτες απεικονίσεις του γυναικείου σκελετού) περιγράφει το κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αι. και το οποίο είχε σκοπό να ορίσει και να επανορίσει τις διαφορές των φύλων σε κάθε σημείο του ανθρώπινου σώματος… Η ανακάλυψη, η περιγραφή και ο σχολιασμός των φυλετικών διαφορών σε κάθε οστό, μυ, νεύρο και αγγείο του ανθρώπινου σώματος αποτέλεσαν τις ερευνητικές προτεραιότητες της επιστήμης της ανατομίας. «Oι διαφορές ανάμεσα στα φύλα δεν περιορίζονται μόνο στα όργανα αναπαραγωγής, αλλά διαπερνούν ολόκληρο τον οργανισμό. Ολόκληρη η ζωή προσλαμβάνει είτε αρσενικό είτε θηλυκό χαρακτήρα.»

Οι πρώτες απεικονίσεις του γυναικείου σκελετού εμφανίστηκαν στην ευρωπαϊκή επιστήμη, ακριβώς στα συμφραζόμενα της προσπάθειας να προσδιοριστεί η θέση των γυναικών στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Τα ενδιαφέροντα της επιστημονικής κοινότητας δεν ήταν αυθαίρετα: οι ανατόμοι επικέντρωναν την προσοχή τους σ’ εκείνα τα σημεία του σώματος που επρόκειτο να αποκτήσουν πολιτική σημασία… Η απεικόνιση ενός μικρότερου γυναικείου κρανίου χρησιμοποιήθηκε για να αποδείξει ότι οι νοητικές ικανότητες της γυναίκας ήταν κατώτερες από εκείνες του άνδρα. Η μεγαλύτερη λεκάνη της γυναίκας χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχα για να αποδείξει ότι οι γυναίκες είχαν εκ φύσεως προορισμό τη μητρότητα, την περίκλειστη σφαίρα της οικογενειακής εστίας και του σπιτιού.

Φυσικά, πρέπει να εντάξουμε την αλλαγή αυτή σ’ ένα ευρύτερο πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο. «Το μερκαντιλιστικό ενδιαφέρον για την αύξηση του πληθυσμού έπαιξε ρόλο στην ανάδυση του ιδεώδους της μητρότητας κατά τον 18ο αι.· το ιδεώδες της μητρότητας με τη σειρά του άλλαξε σε βάθος τις ιατρικές απόψεις σχετικά με τη μήτρα. Πριν από τον 18ο αι. η μήτρα ήταν κακολογημένη στη φυσική φιλοσοφία.» (ό.π.)

Την εποχή αυτή ακολουθώντας ένα πρότυπο απολύτως καθιερωμένο από την εποχή του Αριστοτέλη, ο Alexander Μonro, καθηγητής της ανατομίας, στο έργο του «Ανατομία των ανθρώπινων οστών» έκανε μια από τις πρώτες περιγραφές των οστών της γυναί κας. Περιέγραφε εκεί τη γυναίκα ως ατελή και παρεκκλίνουσα, χρησιμοποιώντας ως μέτρο σύγκρισης το ανδρικό σώμα. Ο ίδιος ανατόμος εντοπίζει τις τρεις αιτίες που διαμορφώνουν τις ιδιαιτερότητες των γυναικείων οστών: η ασθενική ιδιοσυγκρασία, η καθιστική ζωή και η τεκνοποιητική τους λειτουργία. Σε μια αυτονόητη παλινδρόμηση ανάμεσα στο κοινωνικό και το βιολογικό, το σώμα, και στις δύο αυτές διαστάσεις του, και πιο συγκεκριμένα ο σκελετός, ως το σκληρότερο (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μέρος του, κατασκευάζει και επικυρώνει τις διαφορές φύλου.

Μέχρι τον 18ο αι., οι δυτικοί φιλόσοφοι και επιστήμονες πίστευαν ότι υπάρχει ένα φύλο και ότι τα εσωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας ήταν αντεστραμμένα ανδρικά γεννητικά όργανα: η μήτρα και ο κόλπος ήταν το πέος και το όσχεο γυρισμένα προς τα μέσα (Laqueur, ό.π.). Η σύγχρονη δυτική σκέψη θεωρεί ότι γυναίκες και άνδρες διαφέρουν σωματικά τόσο, ώστε μερικές φορές να μοιάζουν διαφορετικό είδος. Τα σώματα, χαρτογραφημένα από μέσα κι από έξω επί αιώνες, δεν έχουν αλλάξει. Αυτό που άλλαξε είναι η δικαιολόγηση της ανισότητας των φύλων. Όταν η κοινωνική θέση όλων των ανθρωπίνων όντων πιστευόταν ότι ρυθμίζεται από φυσικούς νόμους ή από τον θεό, η βιολογία ήταν αδιάφορη, καθώς γυναίκες και άνδρες διαφορετικών τάξεων είχαν, υποτίθεται, τη θέση που τους ήταν γραφτό να έχουν. Όταν οι επιστήμονες άρχισαν να αμφισβητούν τη θεϊκή βάση της κοινωνίας και αντικατέστησαν την πίστη με την εμπειρική γνώση, διαπίστωσαν πως οι γυναίκες ήταν πολύ διαφορετικές από τους άνδρες, λόγω του ότι είχαν μήτρα και εμμηνορροούσαν. Λόγω αυτών των ανατομικών διαφορών, προορίζονταν για εντελώς διαφορετική κοινωνική ζωή από τους άνδρες (Judith Lorber, Believing is seeing, Biology as Ideology).

Αυτός είναι, ενδεικτικά, ο κύκλος και το περιεχόμενο της ιστορίας της βιολογικής επιστήμης. Η βιολογία δεν είναι πολιτικά ουδέτερη, αντίθετα οι απεικονίσεις της εξυπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες και προσλαμβάνουν οικουμενικό και αντικειμενικό χαρακτήρα μέσω της επιστημονικής επικύρωσης.

Οι πολιτισμοί είναι ταξινομήσεις σημασιών που αφορούν πρόσωπα και πράγματα. Εφόσον αυτές συγκροτούν συστήματα δεν είναι δυνατό να είναι τυχαίες επινοήσεις. Πρέπει να εστιάσουμε στην ανακάλυψη του συστήματος. Γιατί δεν μπορούμε πια να αρκεστούμε στην ιδέα ότι το έθιμο δεν είναι τίποτα άλλο παρά φετιχοποιημένη χρησιμότητα.

Marshall Sahlins, Χρήσεις και καταχρήσεις της βιολογίας

Θα δυσκολευόμασταν ακόμα και να σταχυολογήσουμε ενδεικτικά κάποιες από τις χαρτογραφήσεις και μεταφορές του έμφυλου σώματος. Έτσι κι αλλιώς ακόμη και η κίνηση αυτή της καταγραφής δεν ήταν ποτέ πολιτικά ουδέτερη. Θεατές όσο και θεωροί ήταν οι άνδρες, ενώ οι γυναίκες ήταν κυρίως αντικείμενα θέασης. Αυτή η θέση είναι ίσως η πιο αντικειμενική και συνεκτική συνθήκη του ιστορικού γυναικείου σώματος. Διαφορετικά, τι σχέση έχει το γυναικείο σώμα της αρχαιότητας (μια γενναιόδωρη γη, ένα γόνιμο αυλάκι, ένα ευρύχωρο αγγείο, ένας ναός που διαφυλάσσει, και όλα αυτά πρόθυμα για γήινες σαρκικές απολαύσεις σε αντίθεση με τις υψηλές φιλίες μεταξύ των ανδρών) με το γυναικείο σώμα στον χριστιανισμό (σώμα σεξουαλικά απείθαρχο, αμαρτωλό, που έπρεπε να ρυθμιστεί με τη ρητορική της παρθενίας), ή με το ψυχρό, ανέραστο φροϋδικό σώμα της νεωτερικότητας; Τι μας κάνει να αμφισβητούμε ότι όλες αυτές οι κραυγαλέες ιστορικές του περιπτώσεις είναι κοινωνικές και πολιτισμικές κατασκευές, πέρα από το γεγονός ότι ο γενέθλιος κόσμος μας είναι αυτονόητος, αυτός ο τυραννικός, ιεραρχημένος κόσμος που μας έχει πείσει τελικά, συνειδητά ή ασυνείδητα, για το είδωλο λόγου στο οποίο αντανακλάται η δική του αλήθεια; Στο όνομα ποιας αφέλειας, πέρα απ’ αυτήν που νομιμοποιεί το υπάρχον, υπερασπιζόμαστε το σώμα, την ψυχή, τις αισθήσεις, τα ένστικτα, τα συναισθήματα, το φύλο, τις επιθυμίες ως φυσικές, πολιτισμικά αμόλυντες κατηγορίες και γι’ αυτό ως έχουν διεκδικήσιμες; Αν δεν αποκωδικοποιήσουμε τη συμβατική δομή τους, με ποια όπλα, συμβολικά ή μη, θα απελευθερωθούμε;

Τα ιεραρχικά δίπολα νους / σώμα, πολιτισμός / φύση, άνδρας / γυναίκα, που αντιστοιχούν το ένα στο άλλο σα ζεύγη στα οποία ο ένας πόλος κυριαρχεί και ο άλλος υποτάσσεται σε μια σχέση ανώτερου / κατώτερου, καλού / κακού, αποτελούν δυτικές πολιτισμικές κατασκευές, εννοιολογικές ταξινομήσεις ριζωμένες βαθιά στην κουλτούρα μας με τις οποίες κατανοούμε και προσλαμβάνουμε τον κόσμο.

Άλλωστε το νόημα δεν υπάρχει ως Αλήθεια, παρά συγκροτείται μόνο μέσα στο πλαίσιο λόγου στο οποίο εκφέρεται. Αν μια πέτρα πέσει από το ταβάνι, κάποιος θα μπορούσε να αποδώσει το περιστατικό σε δομικά προβλήματα της στέγης και άλλος να το περιγράψει ως θέλημα Θεού. Μια αγελάδα είναι στην Ελλάδα ένα ζώο προς σφάξιμο και κατανάλωση, για έναν χορτοφάγο είναι ένα ζώο εκμεταλλευόμενο που δεν πρόκειται να φάει ποτέ και στην Ινδία είναι ένα ιερό ζώο που συνιστά απαγορευμένη τροφή. Αυτά τα τρία είναι τρία «έτερα» νοήματα που επενδύονται πάνω σε μια βιολογική βάση (το ζώο αγελάδα).

Η Jane Cowan (Η πολιτική του σώματος. Χορός και κοινωνικότητα στη βόρειο Ελλάδα) αναφέρει ένα παράδειγμα που υποστηρίζει τη θεωρία της σωματοποίησης. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο χρησιμοποιείται, βιώνεται και γίνεται αντιληπτό το σώμα, αντανακλά τις πρακτικές και συμβολικές δομές του εξωτερικού (φυσικού, κοινωνικού και πολιτικού) περιβάλλοντος. Μια θεία της συγγραφέα είχε ανατραφεί με τις αυστηρές αρχές των μεθοδιστών σε μια μικρή κωμόπολη στο αγροτικό Οχάιο: ο χορός, όπως και το ποτό, θεωρούνταν από τους γονείς της και την εκκλησιαστική κοινότητα αμαρτωλή δραστηριότητα. Όταν ο αδερφός της επέστρεψε από ένα μεθοδιστικό πανεπιστήμιο στο οποίο είχε μάθει να χορεύει, οι γονείς επέτρεψαν αυτή τη δραστηριότητα και στην κόρη τους. Παρόλο όμως που ανέκαθεν αγαπούσε τη μουσική, αυτή δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τις απαγορεύσεις που της είχαν εμφυσήσει όταν ήταν μικρή. Το πνεύμα της ήταν πρόθυμο, αλλά η σαρξ ασθενής: τα αδέξια «μεθοδιστικά» της πόδια απλώς δεν μπορούν να χορέψουν. Η ιδεολογία ή ο πολιτισμός δεν βρίσκεται μόνο στα κεφάλια μας. Βρίσκεται –ίσως μάλιστα πιο πολύ– στα σώματά μας.

Η γλώσσα ενσαρκώνει και συγκροτεί τις κοινωνικές σχέσεις. Το άτομο ως υποκείμενο δράσης δεν είναι ένας πολιτισμικός βλάκας που απλώς υφίσταται την επίδραση των κοινωνικών καταστάσεων και δυνάμεων, αλλά αντίθετα συνεχώς διαμορφώνει και δημιουργεί τον κοινωνικό του περίγυρο διεπιδρώντας με άλλα άτομα.

Το φύλο είναι επίτευγμα, δεν είναι φυσικό γεγονός, είναι επίκτητο, ένα αυτογενές χαρακτηριστικό το οποίο όχι μόνο δεν είναι απλώς προγενέστερο της γλώσσας αλλά ασκεί ακατάπαυστη κατασκευή και ανάδειξη μέσα από τη γλώσσα. Το γεγονός αυτό υπενθυμίζει ότι ο ανδρισμός έχει αναχθεί σε κοινωνική αξία που πρέπει να κατακτηθεί και να επιβεβαιώνεται ανά πάσα στιγμή. Παρουσιάζεται ως ένα έπαθλο για τη νίκη σ’ έναν αγώνα δρόμου μετ’ εμποδίων. Ακόμη και με κυρίαρχους κοινωνικούς όρους, λοιπόν, περιγράφεται η ιδεολογική του φύση. Αντίστοιχα, η θηλυκότητα ως το απαραίτητο συμπλήρωμά του είναι μια υποχρέωση που οφείλει καθεμιά να τηρεί, σαν τις χριστιανικές επιταγές για την καθαριότητα. Η μη πλήρωση των καθηκόντων που αυτή απαιτεί, συνεπάγεται αισθήματα ανεπάρκειας και ντροπής.

Οι περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις και θεσμικά δομημένα συστήματα (θρησκεία, εκπαίδευση, στρατός κ.λπ.) είναι σωματικές εμπειρίες στις οποίες εμπλεκόμαστε όχι ως ουδέτερα, αλλά ως έμφυλα όντα. Το σώμα εγκλωβίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική σκηνοθεσία στην οποία ασκείται και την οποία με τη σειρά του προωθεί και επανασυγκροτεί, εμφανιζόμενο είτε ως κατάφαση είτε ως άρνηση των σημάτων της. Η συμμετοχή του στα κοινωνικά αυτά τελετουργικά απαιτεί την υιοθέτηση συγκεκριμένων ιεραρχικών ρόλων που του επιβάλλονται. Ο βαθμός συμμόρφωσής του στους ρόλους αυτούς –στο ιεραρχημένο, διπολικό ρεπερτόριο ανδρισμού και θηλυκότητας– επισείει τον έπαινο ή την καταδίκη, καθιστώντας την πολιτική του σώματος εργαλείο εξουσίας και κοινωνικού ελέγχου για τη διατήρηση των υφιστάμενων δομών.

Η ανδρική κυριαρχία είναι η παραδειγματική μορφή της συμβολικής βίας.

Pierre Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία

H παραπάνω απόφανση του Bourdieu συμπυκνώνει το θεωρητικό του εγχείρημα να συλλάβει το κοινωνικό πεδίο ως «έναν χώρο παιχνιδιού όπου ένα σύνολο κοινωνικών υποκειμένων συμμετέχει σε μια κανονισμένη δραστηριότητα, η οποία, χωρίς να είναι απαραίτητα το προϊόν της υποταγής σε κανόνες, υπακούει σε ορισμένες κανονικότητες. Όσοι εμπλέκονται σ’ αυτό μετέχουν σ’ έναν αριθμό βασικών συμφερόντων συνδεδεμένων με την ύπαρξη του ίδιου του πεδίου. Από το γεγονός αυτό γεννιέται μια αντικειμενική συνενοχή η οποία είναι υποκείμενη σε όλους τους ανταγωνισμούς που το διέπουν». Συμβολική βία είναι ακριβώς «αυτή η ειδική μορφή καταναγκασμού που μπορεί να υπάρξει μόνο με την ενεργό συμμετοχή, χωρίς αυτό να σημαίνει ενσυνείδητη και οικειοθελή συμμετοχή αυτών που την υφίστανται και οι οποίοι καθορίζονται μόνο από το βαθμό κατά τον οποίο στερούνται της δυνατότητας μιας ελευθερίας βασισμένης στη συνειδητοποίηση».

Στο εσωτερικό του πλαισίου αυτού και με την οξύνοια των παραπάνω εργαλείων, ο Bourdieu αποκρυπτογραφεί τη σωματοποίηση των σχέσεων κυριαρχίας. «Η εργασία που αποβλέπει να μεταμορφώνει σε φύση ένα αυθαίρετο προϊόν της ιστορίας βρίσκει σε αυτή την περίπτωση μια φαινομενική μόνο βάση στις εμφανίσεις του σώματος.» Εισάγει για την περιγραφή της εργασίας αυτής την έννοια του habitus,1 όπου βρίσκεται εγγεγραμμένη, συχνά απροσπέλαστη στη σύλληψη της αναστοχαστικής συνείδησης και τους ελέγχους της θέλησης, η σχέση κυριαρχίας. «Διαμέσου μιας διαρκούς εργασίας διαμόρφωσης (Bildung) ο κοινωνικός κόσμος κατασκευάζει το σώμα συγχρόνως ως έμφυλη πραγματικότητα και ως θεματοφύλακα κατηγοριών μιας εμφυλοποιούσας αντίληψης και εκτίμησης που εφαρμόζει στο ίδιο το σώμα, τη βιολογική του πραγματικότητα.»

Οι δομές του habitus παρουσιάζονται έτσι έμφυλες και εμφυλοποιούσες. Η υποτακτική συμπεριφορά μιας γυναίκας απέναντι σ’ έναν άνδρα είναι μια πράξη που, χωρίς να ακολουθεί τη συνείδηση και τη θέληση, δεν είναι μια πράξη απομονωμένη. Πρόκειται για μια ολότητα, μια παραίτηση του εγώ, μια εσωτερική λιποθυμία συνοδευόμενη από άγχος, ντροπή, φόβο και παρόμοιες σωματικές καθηλώσεις που προδίδουν και την πιο οξυμένη συνείδηση. Σ’ έναν κόσμο προσαρμοσμένο και περιορισμένο σε ανδρικούς όρους, κώδικες και εμπειρίες, η ιστορικά εκτοπισμένη από τον δημόσιο χώρο γυναικεία υποκειμενικότητα περιορίζεται στο περιθώριο των κοινωνικών εκδηλώσεων, συμμετέχοντας σ’ αυτές ως διακοσμητικό αντικείμενο με επιφωνήματα και ανολοκλήρωτες προτάσεις, υιοθετώντας και αναδομώντας τα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου «κανονικού» περιβάλλοντος. Ακόμα και προσωπικές υπερβάσεις αυτοκαταναλώνονται πυροτεχνηματικά, όπως οποιαδήποτε αυτονομία μέσα σ’ ένα ετερόνομο πλαίσιο, απ’ τη στιγμή που δεν αμφισβητούν σε βάθος τα πατριαρχικά δομημένα συστήματα έκφρασης και επικοινωνίας. Ενώ μόνο σ’ αυτή την περίπτωση μπορούν να λειτουργήσουν ως δυναμικά απελευθερωτικά παραδείγματα, συλλογικοποιώντας τις αναφορές τους.

Ως ιζηματικό αποτέλεσμα μιας επανεπιβεβαιωτικής ή τελετουργικής πρακτικής, το «φύλο» προσκτάται το φυσικοποιημένο του περιεχόμενο και εντούτοις, επίσης δυνάμει ακριβώς αυτής της επανεπιβεβαίωσης, διανοίγονται χάσματα και ρωγμές ως καταστατικές αστάθειες σε τέτοιες κατασκευές, όπως εκείνη που διαφεύγει ή υπερβαίνει το κανονιστικό πρότυπο, όπως εκείνη που δεν μπορεί να οριστεί ή να παγιωθεί πλήρως από το επαναλαμβανόμενο έργο αυτού του κανονιστικού προτύπου. Αυτή η αστάθεια είναι η πιθανότητα απο-συγκρότησης στην ίδια τη διαδικασία της επανάληψης, η εξουσία που καταστρέφει τα ίδια τα αποτελέσματα μέσω των οποίων το «φύλο» σταθεροποιείται, η πιθανότητα να τεθεί η παγίωση των κανονιστικών προτύπων του «φύλου» σε μια δυνητικά παραγωγική κρίση.

Judith Butler,2 Σώματα που έχουν σημασία

Μπορούμε να μιλάμε περισσότερο για σώματα, παρά για «σώμα», τόσο στο εσωτερικό ενός πολιτισμικού πεδίου, όσο οπωσδήποτε και στον διαπολιτισμικό άξονα.

Τα σώματα διαφέρουν οργανικά με πολλούς τρόπους, αλλά οι κοινωνικές πρακτικές τα έχουν μεταμορφώσει εντελώς, ώστε να ταιριάζουν στις διαπρεπείς κατηγορίες της εκάστοτε κοινωνίας, οι επικρατέστερες των οποίων είναι οι κατηγορίες «θηλυκό / αρσενικό» και «γυναίκα / άνδρας».

Ούτε το βιολογικό ούτε το κοινωνικό φύλο αποτελούν καθαρές κατηγορίες. Συνδυασμοί γονιδίων, γεννητικών οργάνων και παραγωγής ορμονών, οι οποίοι εκπίπτουν του «κανόνα», δεν λαμβάνονται υπ’ όψη στις κατηγορίες βιολογικού φύλου, όπως και συνδυασμοί αταίριαστης φυσιολογίας, ταυτότητας, σεξουαλικότητας, εμφάνισης και συμπεριφοράς δεν λαμβάνονται υπ’ όψη κατά την κατασκευή της έμφυλης κοινωνικής συνθήκης (Judith Lorber, ό.π.).

Απ’ τη στιγμή που θα κατανοήσουμε το φύλο ως ιδεολογία και κατασκευή, παρά ως ανυπέρβλητη φυσική συνθήκη, θα εμπνευστούμε την αποδόμησή του, θα εστιάσουμε στις κακοραμμένες σεξουαλικές μας ταυτότητες για να δούμε τα χάσματά τους. Αυτό που η Butler υπαινίσσεται στο παραπάνω παράθεμα είναι η δυνατότητα που εμπεριέχεται στο ίδιο το φύλο, ως απόσταγμα βίαιων κανονιστικών προτύπων και στην ουσία ανυπόστατο, να διαρραγεί από μοριακές εκρήξεις ελευθερίας. Αυτή η υπέρβαση βέβαια προϋποθέτει μια πολύ οδυνηρή και χρονοβόρα διαδικασία συνειδητοποίησης, μέσα από την οποία θα κατανοηθεί η δόμηση του φύλου ως βίαιη επιβολή προτύπων, εργασία που είχε δρομολογηθεί μέσα στις γυναικείες ομάδες αυτογνωσίας.

Η σωματική πολιτική των ριζοσπαστριών φεμινιστριών εξελίχτηκε ταυτόχρονα με τη συνειδητοποίηση πως η πατριαρχία εισέδυσε στο σώμα τους επηρεάζοντας κάθε πτυχή της ζωής τους. Αποκωδικοποιώντας τον αρσενικό έλεγχο και τους πατριαρχικούς λόγους για το φύλο, το σώμα και τη σεξουαλικότητα μέσα στις γυναικείες ομάδες αυτοσυνείδησης, ανιχνεύθηκαν πρακτικές εξέγερσης στις κυρίαρχες νόρμες για την ομορφιά και τη θηλυκότητα και αποσταθεροποιήθηκαν τα κοινωνικά όρια του σώματος. Εφηύραν νέες σωματικές παραστάσεις απελευθερώνοντας αποικημένα κορμιά, αποικημένα μυαλά. Μεταστρέφοντας το σώμα από εργαλείο της εξουσίας σε εργαλείο για την αμφισβήτησή της.

Το σώμα δεν είναι ελεύθερο, φυσικό και αθώο. Το σώμα είναι έμφυλο, είναι αποτέλεσμα κοινωνικών προσδοκιών και σχεδιασμών, υπαγόμενο στις προσταγές της πατριαρχικής δυϊστικής τάξης πραγμάτων και της ετεροκανονικότητας. Μιλάμε οπωσδήποτε για μια συγκαλυμμένη μορφή εξουσίας, καθώς από τη λογοκεντρικότητα της δυτικής κουλτούρας έχει προκύψει η δυσκολία αποκρυπτογράφησης μη λεκτικών μορφών δράσης. Κοινωνικά ορατό είναι το κανονικό, οριοθετημένο, δεδομένο, αμετάβλητο σώμα, ενώ το ιστορικά κακοποιημένο, καταπιεσμένο, περιφρονημένο γυναικείο σώμα είναι καταδικασμένο σ’ ένα αποσιωπημένο σκοτάδι. Σ’ αυτό το διαχωρισμό που τοποθετήθηκε με όρους βίας, αντιπαραθέτουμε ένα σώμα που είναι απροσδιόριστο, ρευστό, βιωμένο, το οποίο παρά τον βιωματικό του χαρακτήρα παραμένει άγνωστη χώρα γιατί το νόημα του δεν είναι κοινωνικά έγκυρο και συναντά αντίσταση στη γλώσσα. Όπως το παράδειγμα του αποσιωπημένου γυναικείου αυνανισμού για την αναφορά στον οποίο δεν υπάρχουν καν λέξεις πέρα από κακές μεταφράσεις της αντίστοιχης ανδρικής δραστηριότητας. Η ύπουλη αυτή κίνηση είναι χαρακτηριστική. Η έξοδος όμως δεν είναι η κακή μετάφραση αυτού του ανδρικού σύμπαντος, η ενσωμάτωση όσων μπορούν να παίξουν με τους υπάρχοντες κυρίαρχους όρους, άρα και πάλι ο στραγγαλισμός των πολιτισμικά «ανάπηρων». Η έξοδος βρίσκεται πέρα από την εξουσία του φύλου. Να εφεύρουμε όρους και σημασίες που θα προκύπτουν από την άμεσα βιωμένη εμπειρία μας στον ορίζοντα της αυτοθέσμισης.

--------------------------------------------------------------------------------------------

1 Η έννοια του habitus είναι μια σύνθετη έννοια που αναφέρεται στις άρρητες πτυχές του πολιτισμού που είναι παρούσες στις καθημερινές πρακτικές υποκειμένων, ομάδων και ολόκληρων κοινωνιών. Περιλαμβάνει την ολότητα των εκμαθημένων συνηθειών, σωματικών ικανοτήτων, στυλ, προτιμήσεων και άλλων σωματοποιημένων γνώσεων που θεωρούνται αυτονόητες για μια συγκεκριμένη ομάδα. Ο Pierre Bourdieu έχει διευρύνει το νόημά του σε βαθμό που να περιλαμβάνει όλες σχεδόν τις αντιλήψεις και προδιαθέσεις ενός ατόμου. Για τον Bourdieu οι κοινωνικές δομές θεμελιώνονται τόσο στην αντικειμενικότητα, στα πράγματα υπό μορφή θεσμών, όσο και στην υποκειμενικότητα, δηλαδή στο σώμα και στο νου, υπό μορφή συστημάτων διαθέσεων, νοητικών δομών, που περιγράφονται με την έννοια του habitus. Είναι οι κατηγορίες σκέψης, αποτίμησης, δράσης, αντίληψης, αίσθησης, τις οποίες τα κοινωνικά υποκείμενα ενεργοποιούν για να αντιληφθούν τον κοινωνικό κόσμο. Στα ελληνικά η έννοια έχει αποδοθεί με τους όρους έξη και συνήθεια.

2 Το έργο της Judith Butler «Gender Trouble: Feminism and the subversion of identity» υπήρξε καθοριστικό στην αμφισβήτηση του βιολογικού φύλου και, διευρύνοντας τη φεμινιστική θεωρία, θεμελίωσε το θεωρητικό υπόβαθρο του queer κινήματος. Μεταξύ άλλων, η Butler βλέπει στην παρωδία του διμορφισμού των φύλων (κυρίαρχη στην υποκουλτούρα των transgender και transsexual) μια δυνατότητα διακοπής της διαδικασίας αναπαραγωγής του διμορφισμού. Στη συνέχεια προκάλεσε κριτικές και δημιουργικές αντιπαραθέσεις, εντός της φεμινιστικής θεωρίας, πάνω στην ύπαρξη της σωματικής υλικότητας του φύλου, καθώς και πάνω στην αποτελεσματικότητα της παρωδίας ως πολιτικής πρακτικής. Σημαντικό μέρος της κριτικής ανάλυσή της εστίασε στην έννοια του υποκειμένου: Εφόσον το υποκείμενο είναι ένα ιστορικό προϊόν που συγκροτείται στη βάση τριών στοιχείων –μιας αφηρημένης ισότητας, της υποταγής και του αποκλεισμού– αμφισβητείται κατά πόσο είναι ανατρέψιμο μέσω μιας διεύρυνσης της έννοιάς του.


0 Comments:

Post a Comment